Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

Razzmatazz... and the nights on the town oh-oh-oh

ENGLISH

Πέμπτη πρωί, δουλειά, σαν το ζόμπι πίνω τον ένα καφέ μετά τον άλλο για να συνέλθω από την αϋπνία. Τα πόδια μου ακόμα πονάνε από το χοροπηδητό. Ναι, καλά καταλάβατε, πάλι κραιπάλιασα, και όπως κάνω μετά από κάθε φιέστα, το ρίχνω στη φιλοσοφία, δηλαδή γράφω κάνα post για να μοιραστώ με την υφήλιο τις πνευματικές ανησυχίες ενός μυαλού που προσπαθεί να συνέλθει από το ξενύχτι και το ποτό.
Ωωωωωχχχ! Χαλάλι, το πάρτι είχε πολύ ωραία μουσική, που κρατούσε τις αρμονίες μεταξύ ντάμπα και ντούμπα, ο κόσμος πολύ φιλικός, σου έπιανε την κουβέντα αλλά η φασαρία δεν άφηνε τη συζήτηση να πάει πολύ μακριά, πέρα από το «Τιιιι; Τι είπεεεες; Δεν ακούωωωωω!», οπότε όλοι χόρευαν σαν τρελοί, χύνοντας τα ποτά τους πέρα δώθε ευτυχισμένοι– το πουά φόρεμα αποδείχτηκε καλή ιδέα, έγινε ακόμα πιο πουά από τους λεκέδες, όμως τα πόδια μου είχαν ένα σοβαρό πρόβλημα με τα ποτά που κολλούσαν, εγχείριση χρειάστηκα για να ξεκολλήσω τα παπούτσια μου από τα πόδια.

Με άλλα λόγια, άξιζε, αλλιώς γιατί να ξεσηκωθώ μεσοβδόμαδα να τρέχω σε κλαμπ…; Χμ, αυτό δεν είναι επιχείρημα, είμαι από τους ανθρώπους που τους τραβάει όσο τίποτα άλλο το απροσδόκητο, η ξαφνική φιέστα, η ξεχωριστή στιγμή. Αυτό που λέω πάντα στον εαυτό μου είναι «αν μείνω σπίτι, ξέρω τι θα γίνει… αν βγω όμως;». Κάθε ανάμνηση είναι πολύτιμη για τη συλλογή μου, τη συλλογή μου από στιγμές (Προσοχή προσοχή! Μετακραιπαλικές μεταμεθυσιακές σκέψεις ακολουθούν!!!).

Κάποιες φορές νιώθω σαν τον ήρωα του Ρένου Χαραλαμπίδη στα Φτηνά Τσιγάρα, Μια ταινία όπου δε γίνεται τίποτα το ιδιαίτερο – δύο άνθρωποι που συναντιούνται τυχαία και κάνουν βόλτα στην καλοκαιρινή Αθήνα μέχρι τα ξημερώματα – όμως συμβαίνουν τόσα πολλά…

Όπως και εκείνος, έτσι και εγώ είμαι ένας συλλέκτης στιγμών. Και όπως κάθε συλλέκτης, έχω τους αγαπημένους καλλιτέχνες. Αυτούς που ονομάζω «μάγους στιγμών», που είναι ικανοί να σε τρέχουν σε φιέστες μεσοβδόμαδα, να παρακινούν αυθόρμητες συναυλίες σε κλειστά θέατρα, να σε καλούν σε συναντήσεις κάτω από τη βροχή, να σε φέρνουν κοντά στους πιο παράξενους ανθρώπους, να σε βάζουν να χορεύεις σε σκυλάδικα στην εθνική, να σου διαβάζουν άρλεκιν κάτω από τα φώτα του δρόμου, να σε καλούν σε διακριτικές κατασκοπείες με φωσφοριζέ καπέλα και αντίσκηνα παραμάσχαλα (δεν είναι σουρεαλιστικό ποίημα, είναι η ζωή μου).

Πώς τους ξεχωρίζεις; Γίνε λίγο παρατηρητικός. Θα τους δεις να παρατηρούν την αντανάκλαση του κόσμου στην ανάποδη πλευρά ενός κουταλιού, να χαράζουν με τα καλά τους παπούτσια στο χώμα το όνομα του αγαπημένου τους, να ζωγραφίζουν στους τοίχους όταν νομίζουν ότι κανείς δε τους βλέπει, να ξεκινούν για τη δουλειά με το skateboard στο ένα χέρι και το χαρτοφύλακα στο άλλο, να ψάχνουν επί δέκα λεπτά ποιο τραγούδι ταιριάζει να σου βάλουν σε μια πεντάλεπτη διαδρομή με το αυτοκίνητο, να ζωντανεύουν με τα λόγια και τη μουσική τόπους όπου δεν έζησες ποτέ…

Οι «μάγοι στιγμών» είναι άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή σου και την κάνουν λίγο πιο κινηματογραφική. Έρχονται, σκάνε σαν βόμβα και μετά μπορεί να φύγουν το ίδιο ξαφνικά. Το ξέρεις ότι θα ξανάρθουν, αλλά μπορεί και να μη τους ξαναδείς ποτέ. Είναι σαν τον άνεμο. Ή το κύμα της θάλασσας. Ποτέ δε τους πιάνεις, ποτέ δεν ξέρεις τι σκέφτονται. Και πού θα σε βγάλει μαζί τους. Αν σε μαγεύει η στιγμή, είναι ό,τι καλύτερο. Αν θέλεις διάρκεια, μπορεί να σε απογοητεύσουν (ή και όχι, αυτό το απροσδόκητο είναι κομμάτι της γοητείας τους). Μπορείς να βασίζεσαι στη φιλία και τη βοήθειά τους, αλλά όχι και στην διαρκή παρουσία τους.

Και όταν έρθει η στιγμή να φύγουν, πρόσεξε να μείνεις μόνο μέχρι τους τίτλους του τέλους και να μην πας να δεις και το sequel – τα νούμερο δύο δεν είναι ποτέ τόσο καλά όσο η αρχική ταινία, χαλάνε την μοναδικότητα της στιγμής. Να ξέρεις πότε να λες αντίο και να προσπαθείς να μην το παίρνεις κατάκαρδα. Και το αντίο μια στιγμή είναι. Ζήσε την, μη την φορτώνεις με λόγια, βρες μόνο τα σωστά ή δανείσου τα από άλλους:

Θα ήθελα τόσο πολύ να σε εντυπωσιάσω

Η μοναδική μας νύχτα ήταν ξαφνική και σύντομη

Σαν μια μπόρα

Ούτε που πρόλαβα ν’ αρχίσω

Ούτε που πρόλαβα να σου πω τη μοναδική μου ιδιότητα

Είμαι συλλέκτης

Μαζεύω το πιο σκληρό και άγριο πράγμα του κόσμου:

Στιγμές

Όταν έχω αυτό τον ξαφνικό πόθο να πετάξω

Και δεν έχω πού να πετάξω

Κρύβομαι στη συλλογή μου

Γεμάτη καφέδες, μποξέρ, χορευτές, τυχαία αγγίγματα, βρισιές, τρυφερούς παρανόμους, στοές, συναντήσεις, κραυγές

Σιωπές, χωρισμούς, λόγια, λόγια, λόγια…

Έτσι κι αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν αυτά

Η ζωή ξέρει

Και εγώ την εμπιστεύομαι

Είμαι από αυτούς

Που πάντα κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα

(Ρένος Χαραλαμπίδης, «Φτηνά Τσιγάρα»)

Υ.Γ.: Ο τίτλος κανονικά ήταν “This magic moment”, εμπνευσμένος από το Lou Reed, αλλά σήμερα δεν μπορώ να βγάλω το Razzmatazz των Pulp από το μυαλό μου, οπότε το άλλαξα. Πάρτε λοιπόν μια γεύση από Pulp και από Razzmatazz Club (ξέρω, τα μουσικά μου γούστα είναι ολίγον πολυσυλλεκτικά):



Στη φωτογραφία το club Razzmatazz χθες το βράδυ…

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Rock El Casbah!

ENGLISH

Casbah· οχυρό για τους Άραβες, τραγούδι για την ελευθερία από τους Clash ή για το θάνατο από τους Αμερικανούς εισβολείς στον Κόλπο. Και για μένα; Εξαρτάται από το άρθρο. Rock the Casbah: μακρινή ανάμνηση κάποιου που έχει χαθεί κάτω από τη σκόνη του χρόνου. Rock el Casbah: ίσως η αρχή της τωρινής μου τρέλας!

Μπαίνουμε στη μηχανή του χρόνου και πάμε δυο χρόνια πίσω: μια μέρα πριν τις εξετάσεις για την υποτροφία που με έστειλε εδώ που είμαι τώρα. Αντί να διαβάζω το ξενυχτάω στη συναυλία του Racid Taha. Βγαίνει σαν θεός του ροκ, δερμάτινη καμπαρτίνα μέσα στη ζέστη του αθηναϊκού Μάη, μαύρο γυαλί που δεν αποχωρίστηκε στιγμή και παίζει αξέχαστα. Μέχρι να μας αποχαιρετήσει με το Rock El Casbah είχαμε ξημερωθεί σχεδόν και δε μου έμενε ούτε λεπτό για ύπνο. Πήγα άυπνη στις εξετάσεις και αναγκαστικά άφησα το ζήτημα στον αυτόματο πιλότο, δηλαδή το υποσυνείδητο, που ευτυχώς ήξερε τα θέματα των εξετάσεων πολύ καλύτερα από εμένα· έτσι πήρα την υποτροφία και ένα όνειρο ως τότε μακρινό και ασαφές, να ζήσω στο εξωτερικό, ήρθε και ντουπ! προσγειώθηκε στη ζωή μου.

Ελπίζω με αυτή μου την αφήγηση να κατορθώνω να περάσω τη σοφία μου στους νεότερους: δηλαδή να τους διδάσκω πώς να πηγαίνουν να δίνουν εξετάσεις (κουρούμπελα), πώς να εμπιστεύονται το ένστικτό τους όσο και τη λογική (ιδιαίτερα όταν έχουν ξεχάσει τη λογική σπίτι σε κάποιο συρτάρι) και φυσικά πώς να μη χάνουν συναυλία για συναυλία. Και πάνω απ’ όλα να εξηγήσω πώς και γιατί η λέξη “Casbah” μου άλλαξε τη ζωή, όσο να πεις.

Πριν από λίγο καιρό το Casbah έγινε και κάτι ακόμα: η ραδιοφωνική μου παρέα. Μετά από πρόσκληση του Bidibi, ο οποίος ευτυχώς δε μου κρατάει κακία που του έχω κολλήσει αδίκως και παραλόγως το παρατσούκλι Βiribiridibis, χθες το βράδυ στις 12 ώρα Ελλάδος έκανα το ραδιοφωνικό μου ντεμπούτο στο Radio Casbah! Ξεκίνησα με ένα playlist από αγαπημένα τραγούδια, που θα κρατούσε για μια ώρα, όμως οι φίλοι που μου κρατούσαν παρέα με έκαναν να περνάω πολύ ωραία και να μη θέλω να ξεκουμπιστώ, οπότε άρχισα να ψάχνω στο σκληρό και γι’ άλλα τραγούδια. Και να τα τραγούδια που έπαιξα τελικά:

1. Pulp – Stylorock (nights of suburbia)

2. The Κillers – Somebody told me

3. Svinkels – Réveille le punk

4. Gorillaz – Punk

5. Beastie Boys – Sabotage

6. Pixies – Gouge Away

7. The Dandy Warhols – Get Off

8. Franz Ferdinand – Take Me Out

9. Fischerspooner – Never Win

10. Primal Scream – Some Velvet Morning

11. PJ Harvey – Shame

12. Tricky – Diss Never

13. Mano Negra – King of Bongo

14. Sonic Youth – Dirty Boots

15. The Clash – Guns of Brixton

16. Racid Taha – Rock El Casbah

17. Orishas – Mística

18. Gorillaz – Tomorrow Comes Today

19. Δημοσθένης ΓρίβαςBedtime

20. Ladytron – International Dateline

21. Blur – Beetlebum

22. Mano Negra – Le Bruit du Frigo

23. Les Negresses Vertes – Hasta Llegar

24. Antonio Pinto & Ed Cortes – Nem Vem Que Não Tem

25. Tom Waits – Temptation

26. Lou Reed – Walk On The Wild Side

27. Blur – Out Of Time

28. The Stone Roses – I Wanna Be Adored

29. Depeche Mode – Stripped

30. New Order – Blue Monday

31. Gun Club – Sex Beat

Ευχαριστώ πολύ τα παιδιά από την παρέα του Casbah!


Όσο για τη φωτογραφία: κάθε blogger φωτογραφίζει κάτι χειρόγραφο και στη συνέχεια προσκαλεί και άλλους στο παιχνίδι. Ο Bidibis με προσκάλεσε να κάνω και εγώ το δικό μου χειρόγραφο και εγώ προσκαλώ με τη σειρά μου τους NoNickNameToday και Alexander de Querzen. Αν θέλουν ας φτιάξουν τα δικά τους!

As for the photo: every blogger takes a photo of something he/she has written by hand and then invites others to the game. Bidibis invited me to make my own and I invite NoNickNameToday and Alexander de Querzen. They can make their own if they like!

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Ομφάλιος λώρος

ENGLISH

Επιστροφή στο σπίτι μετά τη δουλειά. Πρέπει να μαγειρέψω, να ψωνίσω, να καθαρίσω, μετά να στρωθώ στο διάβασμα και αν προλάβω να πάω και για κολύμπι γιατί θα σαπίσω όλη τη μέρα μπροστά στον υπολογιστή. Μια συνηθισμένη μέρα.

Από τον πρώτο καιρό ήδη στη Βαρκελώνη μου προξένησε μεγάλη απορία αυτό το γεγονός: τα σπίτια δεν έχουν κανένα μα κανένα αυτοματισμό. Δε μπορώ να καταλάβω. Πετάω τα ρούχα μου κάτω και μένουν στο πάτωμα, αντί να επιστρέψουν καθαρά και σιδερωμένα στη ντουλάπα μου. Ανοίγω την κατσαρόλα και είναι άδεια, αντί να έχει το αγαπημένο μου φαγητό. Ξυπνάω το πρωί με το ξυπνητήρι και όχι με χυμό πορτοκάλι δίπλα στο κρεβάτι μου… Οι άνθρωποι είναι πολύ πίσω, όποιος κατάγεται από κάποια άλλη μεσογειακή χώρα, βλέπε Ελλάδα, ξέρει ότι εκεί η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ.

Αν είσαι γύρω στα τριάντα ας πούμε, δε χρειάζεται να ασχοληθείς με μπανάλ πράγματα όπως καθαριότητα, νοικοκυριό, ψάξιμο δουλειάς, αγορά σπιτιού… Ακόμα και για να κάνεις οικογένεια δε χρειάζεται να κουνήσεις τίποτα άλλο πέρα από τα απαραίτητα (τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται )· από εκεί και πέρα η ανατροφή των παιδιών δεν είναι δική σου ευθύνη. Όλα γίνονται αυτόματα, μαγικά, γιατί κάποιος φροντίζει για σένα, μα ποιος; Α, ναι, οι γονείς σου!

Ο ομφάλιος λώρος στην ουσία δεν κόβεται ποτέ… εκτός και αν το επιλέξεις εσύ.

«Αποφάσισες ξαφνικά να κόψεις τον ομφάλιο λώρο», μου λέει με καημό τις προάλλες η μαμά μου, αναφερόμενη στην περσινή «φυγή» μου από το σπίτι.

«Μα ήμουν σχεδόν 28!», διαμαρτυρήθηκα.

Ένα πράγμα με αυτές τις μανάδες: είναι ειδικές στο να σου δημιουργούν τύψεις. «Αν οι τύψεις είναι ταξίδι, η μάνα μου έχει το ταξιδιωτικό γραφείο», έγραφε σε ένα μπλουζάκι (όποιος το βρει παρακαλώ να μου το στείλει). Τύψεις όχι γιατί είσαι κανένα ρεμάλι (εγώ προσωπικά είμαι, αλλά η μάνα μου δε το ξέρει) αλλά γιατί κάνεις το αυτονόητο: ζεις τη ζωή σου μόνος και ανεξάρτητος, με βάση τις προσωπικές σου επιλογές.

Βέβαια για τους γονείς οτιδήποτε εκτός από δουλειά σε δημόσια υπηρεσία, γάμο και σπίτι σε ακτίνα 20 μέτρων από το δικό τους σημαίνει «βαδίζω ντουγρού για την καταστροφή». Θέλουν να σε νταντεύουν εφ όρου ζωής.

Μια ολόκληρη γενιά προορισμένη να φοράει πάνες για πάντα. Δεν φταίμε βέβαια αποκλειστικά εμείς· αν ρωτήσεις κάποιον της ηλικίας μου στην Ελλάδα με τι ασχολείται, είναι πολύ πιθανό να λάβεις ως απάντηση «κάνω τα χαρτιά μου για…». Οι δουλειές έχουν καταντήσει αστικός μύθος. Ακόμα και όταν βρούνε δουλειά, ο μισθός που παίρνουν είναι τόσο χαμηλός, που δε φτάνει για να τα βγάλουν πέρα. Έχει βουίξει ο τόπος για τη G-700, τη γενιά των 700 ευρώ τελευταία…

Βέβαια υπάρχει και η κατηγορία που μπορεί να τα βγάλει πέρα, απλώς δε θέλει να χάσει τη χλιδή του πατρικού σπιτιού ή τα χρήματά της σε ενοίκια και λογαριασμούς…

Και αυτή που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα όπως και να 'χει, κάτι που προσπαθώ να κάνω και εγώ. Με φυγή από το πατρικό σπίτι ή ακόμα και την πατρίδα. Και πάνω που ξεχνάς γιατί είχες φύγει, έρχεται η στιγμή που το θυμάσαι· όπως όταν παίρνεις τηλέφωνο να ρωτήσεις τι απέγινε εκείνη η ρημαδοϋποτροφία και δε σου τη στέλνουν εδώ και τρεις μήνες «Ε, ξέρετε τώρα πώς είναι η ελληνική πραγματικότητα» σου απαντούν… Ξέρω, ξέρω. Και προτιμώ να απέχω απ’ αυτήν.

Στη φωτογραφία η εγκατάσταση-happening του Max Streicher "Sleeping giants", μια φωτογραφία που τράβηξα το Νοέμβρη στο Λονδίνο...

Κυριακή 27 Απριλίου 2008

Έχω και blog, πάμε μια βόλτα;

ENGLISH

Έξω ρίχνει καρεκλοπόδαρα, αλλά πρέπει να την κάνω. Έχω να πάω σε μια συνέντευξη για δουλειά – κι άλλη δουλειά, και άντε να βρω χρόνο για το διδακτορικό μετά. Φτάνω βρεγμένη και συναχωμένη (σε αυτή την πόλη βρέχει τόσο σπάνια, που ποτέ δεν είμαι προετοιμασμένη επαρκώς για οτιδήποτέ άλλο εκτός από λιακάδα), οπότε όλες οι στρατηγικές παρουσίασης πάνε στο βρόντο: ξαφνικά ο κύριος στόχος μου είναι να καταφέρω να μιλάω χωρίς να ρουφάω τη μύτη μου.

Δεν πάει καλά… Ζητάνε κάποιον που να μιλάει ελληνικά και να ξέρει από internet – όλα τ’ άλλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Ως προς το πρώτο καλά, τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική που λέει ο ποιητής (Αμ, πως, διαβάζουμε και ποίηση, δεν είμαστε στραβάδια!), ως προς το δεύτερο όμως οι γνώσεις μου περιορίζονται σε αυτές ενός ατόμου που κάνει απλά χρήση – ή μάλλον κατάχρηση – του internet. Και οι Έλληνες σε αυτή την πόλη δε σπανίζουν, οπότε ο ανταγωνισμός για τη θέση αρκετός, ευχαριστώ και καλή μέρα σας, αυτά που με ρωτάτε δε τα καταλαβαίνω…

Και ενώ τα «χμμμ» και τα «δεν ξέρω» ως απαντήσεις πληθαίνουν και δείχνουν ότι το πράγμα πάει κατά διαόλου, πέφτει η καθοριστική ατάκα: «ξέρετε από blog;»… Χα! Με άνεση Βουτσά στο «έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;», πετάω: «Μα… ΕΧΩ blog!». Σε δύο γλώσσες παρακαλώ – αυτό βέβαια δεν έπρεπε να το πω, γιατί αν διαβάσει τα post μου στα αγγλικά, δε νομίζω ότι θα με βρει και πολύ σοβαρή. Και από εκεί που ένιωθα ένα ασήμαντο μυρμηγκάκι που έχει άγνοια για τα πάντα, ξαφνικά σαν να ψήλωσα 7 πόντους – ξέχασα, ήταν οι θανατηφόρες μπότες που φόρεσα για να προστατευτώ από τη βροχή.

Ποτέ δεν πίστεψα ότι το να έχεις blog θα μπορούσε να σε βοηθήσει σε μια συνέντευξη για δουλειά… Το ξεκίνησα τυχαία, ένα βράδυ που ήθελα να πω κάτι και αποφάσισα να απευθυνθώ στην ιντερνετική κοινότητα. Μετά το βρήκα ως έναν ωραίο τρόπο έκφρασης και το συνέχισα, πάντα όμως είχα το φόβο ότι χάνω πολύτιμο χρόνο με αυτά. Και να που κάποιος το υπολογίζει ως προσόν.

Το θέμα με έβαλε σε σκέψεις: να ένας καλός τρόπος να διαφημίζω τον εαυτό μου. Θα φτιάξω πολλά blog. Ένα για υποψήφιους εργοδότες όπου θα παρουσιάζω τον εαυτό μου ως εργασιομανή με λίγες αξιώσεις στην πληρωμή και ένα για υποψήφιους γκόμενους, όπου θα αυτοπαρουσιάζομαι ως θεϊκή γκομενάρα έτοιμη για ακροβατικά μόλις δει μούσκουλα. Και μόλις κουραστώ από την άσωτη ζωή, θα φτιάξω ένα τρίτο για υποψήφιους γαμπρούς, όπου θα αναλύω την αγάπη μου για το σφουγγάρισμα, το μαγείρεμα και το κέντημα. Καλέ μην τσιμπάτε, πλάκα κάνω (ως προς το κέντημα εννοώ ;) ). Γενικά ό,τι θέλω, θα το κάνω blog και μετά θα δίνω το link σε όποιον με ενδιαφέρει.
Ούτως ή άλλως καιρό τώρα στριφογυρίζει στο μυαλό μου η ιδέα να κάνω ένα blog ανώνυμο, γιατί από αυτό εδώ μπορείτε ψάχνοντας τα links να μάθετε τα πάντα για μένα, από το όνομα και τη φάτσα μου μέχρι τι χρώμα καλσόν φοράω (είναι και αυτό το Photoblog που με εκθέτει). Στο καινούριο μου blog θα αναλύω ό,τι κουλαμάρα μου συμβαίνει στον ερωτικό τομέα, χωρίς να φοβάμαι ότι θα εκθέσω κανέναν και θα φάω ξύλο. Θα δίνω συμβουλές προς γυναίκες και άντρες, τύπου «πάρτε αυτό που θέλετε χωρίς να σας τα πρήζουν»… και να οι επισκέψεις, και να οι προτάσεις για να το κάνω βιβλίο, σήριαλ, ταινία· λέω να πρωτοτυπήσω και να το πω «άβυσσος (η ψυχή των αντρών) εντ δε σίτυ» - και τα υπόλοιπα θα πάρουν το δρόμο τους: δεν είναι και λίγοι οι blogger που άλλαξαν ζωή χάρη στα blogs τους, δείτε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ...

Προς το παρόν πρέπει κάποια στιγμή να συγυρίσω τις σελίδες μου όλες σε μία γιατί τώρα είναι ένας αχταρμάς, αλλά πού να βρω χρόνο… Βλέπετε, βρήκα καινούρια δουλειά ;)

Υ.Γ.1: Τη στιγμή που κολλάω αυτό το ποστ συνειδητοποιώ ότι πέρασε ένας χρόνος από το πρώτο ποστ στο blog...

Υ.Γ.2: Και μιας και θυμήθηκα το Βουτσά...


Η σημερινή φωτογραφία άσχετη αλλά σχετική: Είναι Πάσχα και είπα να δηλώσω την αλληλεγγύη μου σε όλα τα συμπαθή ζωντανά που πέφτουν στα πιάτα των κατσικοφάγων…

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Δεσποινίς ετών 29

ENGLISH

Βραδινή έξοδος με τη Μαλού στη Ραβάλ, και το ένα (ποτό) φέρνει το άλλο, αποφασίζουμε να πάμε με κάτι φίλους σε ένα κλαμπάκι εκεί κοντά, ονόματι “les enfants”. Οκ, τα γαλλικά μου δεν είναι και τέλεια, αλλά ήξερα τι σήμαινε αυτό. Δεν πίστεψα όμως ότι θα είναι «τα παιδιά» όνομα και πράγμα: το μαγαζί τίγκα στην πιτσιρικαρία. Επειδή όμως είμαι γκόμενα παντός καιρού και επιπλέον η μουσική μου άρεσε, ξεχύθηκα στην πίστα να κάνω τα τρελά μου.

Εκεί που έπαιζε το Push it των SaltnPepper και εκτελούσα με επιτυχία τη χορευτική φιγούρα «κούνα τον κώλο χαμηλά και τέντωσέ τον την ώρα που κουνάς το στήθος μέσα έξω» τραγουδώντας μες την καλή χαρά, κατανοώ ότι οι υπόλοιποι γύρω μου δε φαίνονται και τόσο εξοικειωμένοι με το τραγούδι. Και ξαφνικά έρχεται η συνειδητοποίηση: δεν ξέρουν το τραγούδι γιατί οι περισσότεροι από αυτούς… οι περισσότεροι από αυτούς… (Ω! Φοβάμαι να το ξεστομίσω) ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1990!!!

Έντρομη ρωτάω το Τ.Π. (Τρελό Πιπίνι) που χόρευε μαζί μου πότε γεννήθηκε. «Το 1987» μου απαντάει, γλιτώνοντάς με τελευταία στιγμή από καρδιακό επεισόδιο – έχουμε τα χρονάκια μας βλέπετε. «Τη χρονιά που βγήκε αυτό το τραγούδι…» του πετάω ατυχώς και άντε να το μαζέψω μετά… Τώρα τι να πω; «Ξέρεις, αυτό το τραγούδι το άκουγε η γιαγιά μου, εγώ προσωπικά δε το θυμάμαι»; Η φοβερή αλήθεια δεν μπορεί να αποσιωπηθεί: γεννήθηκα τη δεκαετία του 1970!!! Εντάξει, στο τέλος της, αλλά στη δεκαετία του ’70 παρόλα αυτά… περίπου 9 μήνες μετά τους σεισμούς του καλοκαιριού του 1978 - οι οποίοι παρεμπιπτόντως πρέπει να επέδρασαν θετικά στη λίμπιντο του κόσμου, γιατί γνωρίζω αρκετούς στη Θεσσαλονίκη που γεννήθηκαν την άνοιξη του 1979.

Πάντα έκανα παρέα με μεγαλύτερους και το «είσαι μικρή ακόμα» ήταν η επωδός κάθε φορά που ήθελα να τους ακολουθώ σε μπαρ και κλαμπ, να όμως που μερικά χρόνια αργότερα βρίσκομαι με χάσμα γενεών απέναντι σε μια γενιά που είχε κινητά και internet από τα γεννοφάσκια της.

Με καταλαβαίνετε; Για να δούμε…

Αν αρχίσατε να μιλάτε όταν στην εξουσία ανέβαινε ο Παπανδρέου, ο Mitterrand ή ο Gonzalez

Και όταν πήγατε σχολείο στους χάρτες έγραφε «ΕΣΣΔ» και «Γιουγκοσλαβία»

Αν δε σας άφηναν να παίζετε έξω όταν εξερράγη το Chernobyl από το φόβο της ραδιενέργειας…

Και πανηγυρίσατε τη νίκη της Ελλάδας στο Eurobasket του 1987 ακούγοντας το «Final Countdown»

Αν βλέπατε τα Στρουμφ, το Niels Hogelson και την Candy Candy (στα δύο και μοναδικά κανάλια της κρατικής τηλεόρασης)…

Και διαβάζατε τις περιπέτειες του Μικρού Νικόλα και τους Μυστικούς 7 αντί για Harry Potter

Αν ερωτευτήκατε για πρώτη φορά λίγο μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου…

Και πέσατε σε μελαγχολία τη μέρα που πέθανε ο Kurt Cobain

Αν γίνατε grunge και πετάξατε τα μαλλιά πάνω στο πρόσωπο…

Φορώντας All Star, Doc Martins ή Stan Smith, πάντα με μπουφάν fly και καρό πουκάμισο (ευτυχώς τα All Star επιστρέψανε!)

Αν είδατε τις αλάνες όπου παίζατε να γίνονται τσιμέντο και γκρίζοι τοίχοι

Που γρήγορα καλύφθηκαν με graffiti και street art

Αν γράφατε κασέτες με τους Radiohead, τους Blur, τους Pixies

Kαι αγοράζατε με το χαρτζιλίκι σας δίσκους βινυλίου

Ή τρέχατε σε rave και ακούγατε Ρrodigy πριν γίνουν μεγάλοι και τρανοί (είχαν έρθει και στη γειτονιά μου θυμάμαι…)

Αν είδατε σε συναυλία τους U2, το Moby ή τους Portishead

Και δε χάνατε ούτε ένα live από τις Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά ή τους Stereo Nova

Αν πήρατε το πρώτο σας CD μετά τα 14 (τα DVD ήρθαν πολύυυυ αργότερα)…

Και χρησιμοποιήσατε υπολογιστή για πρώτη φορά στην εφηβεία (δεν είχε καν Windows!)

Αν βλέπατε μπροστά σας τουβλάκια μέρα νύχτα παίζοντας tetris

Και ξενυχτούσατε ακούγοντας ραδιόφωνο με το walkman κάτω από τα παπλώματα

Αν περιμένατε πάνω από το τηλέφωνο για να σας πάρει ο έρωτας ή η παρέα (τι εννοείτε ποιο τηλέφωνο; Μόνο σταθερό υπήρχε!)…

Και βγήκατε με λίγες δραχμές, πεσέτες, λιρέτες, φράγκα, κορώνες στην τσέπη

Αν διαβάσατε μονορούφι το «Trainspotting”…

Και στηθήκατε στην ουρά του κινηματογράφου για να δείτε το «Mίσος»

Αν βγήκατε να διαδηλώσετε κατά της παγκοσμιοποίησης…

Τραγουδώντας το Clandestino του Manu Chao

Αν κατεβάζατε τραγούδια από το Νapster με dial-up σύνδεση (μας την παρείχε δωρεάν το πανεπιστήμιο και έκανες τουλάχιστον 20΄ για να συνδεθείς!)…

Και αποκτήσατε e-mail τα πρώτα χρόνια στο πανεπιστημίου

Αν σας απασχόλησε ο ιός του millennium

Αλλά το υποδεχτήκατε σε κάποιο κλαμπ με πολλή φασαρία

Αν αποκτήσατε κινητό τελειώνοντας το πανεπιστήμιο (μα δεν καταλάβαινα τη χρησιμότητα!) …

Και είδατε την 11η Σεπτέμβρη σε live αναμετάδοση την ώρα που πακετάρατε ή ξεπακετάρατε τις βαλίτσες σας για το Erasmus

Αν η επέκταση της Ευρωπαϊκής ένωσης σας πέτυχε την ώρα που αναρωτιόσασταν για επόμενό σας βήμα (σπουδές, δουλειά, φυγή στο άγνωστο)…

Και ακόμα δεν έχετε καταλήξει για το πού θα σας βγάλει η ζωή σας

Αν έχουν αρχίσει οι φίλοι των γονιών σας να ρωτάνε «εσύ πότε με το καλό»…

Αλλά νιώθετε πολύ ανώριμοι για να φερθείτε σαν τους «μεγάλους»

Και πολύ ώριμοι για να πιστέψετε ότι ο έρωτας μπορεί να κρατήσει για πάντα

Αν έχετε μάθει από προσωπική πείρα ότι «οι άνθρωποι δεν αλλάζουν» και άλλες τέτοιες κλισέ φράσεις…

Αλλά εκπλήσσεστε όταν η πραγματικότητα τις διαψεύδει

Αν βλέπετε το σώμα και το πρόσωπό σας στα καλύτερά του…

Όμως ξέρετε ότι οι πρώτες ρυτίδες βρίσκονται καθ’ οδόν

Αν ξέρετε πια να πατάτε στα δυο σας πόδια...

Κοιτώντας όμως ακόμα ψηλά, στο όνειρο

Τότε θα είστε γύρω στα 29… σαν εμένα.


Υ.Γ. Ο τίτλος είναι παράφραση της κωμωδίας του Αλέκου Σακελλάριου «Δεσποινίς ετών 39»... Και για να θυμηθούμε και μια oldschoolιά:


Στη φωτογραφία graffiti από το Γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς… Είπαμε, από το γήπεδο περνάω μόνο για τα graffiti!

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Πίστευε ή μη… πάντως ερεύνα

ENGLISH

Πάσχα στη Βαρκελώνη. Ολίγον άχρωμο. Ούτε τα πυροτεχνήματα του ελληνικού Πάσχα (που είναι σε ένα μήνα από τώρα) ούτε οι πομπές του ισπανικού. Αν και δεν πιστεύω, πρέπει να παραδεχτώ ότι το Πάσχα μου αρέσει σαν γιορτή· μακριά από το κιτς και τη χαρά-με-το-στανιό των Χριστουγέννων, έχει μια μελαγχολία και ένα μυστικισμό που προέρχεται από τα βάθη του χρόνου· πολύ πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού, την εποχή αυτή με τις ίδιες πομπές θρηνούσαν το θάνατο και γιόρταζαν την αναγέννηση της φύσης κατά την άνοιξη. Η πίστη άλλαξε, οι τελετές παρέμειναν, ίσως και κάτι από την ουσία του πράγματος: η υπενθύμιση της ζωής και του θανάτου.

Εγώ δηλώνω «αγνωστικίστρια», δηλαδή αν μου κάνανε γκάλοπ στο δρόμο για την πίστη, θα τσέκαρα το κουτάκι «δεν ξέρω / δεν απαντώ».

Μου φαίνεται τόσο εύκολο να πιστέψεις σε κάτι τέλειο, ανώτερο, δυνατό και να εναποθέσεις όλες τις εξηγήσεις και ελπίδες σε αυτό. Ποτέ δε θα σε απογοητεύσει, ποτέ δε θα σε διαψεύσει. Αρκεί να πιστέψεις και βρίσκεις τις αιτίες και τις αποδείξεις για να στηρίξεις την πίστη σου. Όποτε θέλεις κάτι, προσεύχεσαι και το ζητάς και άμα δε σου έρθει «δεν ήταν θέλημα θεού». Εύκολο. Όμως σε μένα δεν αρέσουν τα εύκολα…

Σέβομαι όμως τις πεποιθήσεις των άλλων και προσπαθώ να μην είμαι δύσπιστη, να σκέφτομαι πριν αντικρούσω, να ψάχνω πριν απορρίπτω. Έτσι και χθες, που μου έλεγε μια φίλη μου ότι βρήκε όλες τις απαντήσεις στην αστρολογία. Πρώτη αντίδραση: "Γιατί σώνει και καλά πρέπει να έχω παρόμοιο χαρακτήρα με κάποιον που γεννήθηκε την ίδια μέρα και ώρα με μένα;". Παρόλα αυτά φτιάχνω καφέ και ψάχνω το ζώδιό μου… «Η υπερβολική κατανάλωση καφέ θα βλάψει την υγεία σας» γράφει… Καλέ, πού το είδε αυτό το μέντιουμ, στα άστρα ή στο φλιτζάνι;

Η αγαπημένη μου γιαγιά έβλεπε το μέλλον στο φλιτζάνι του καφέ. Και έκανε μάγια διαφόρων ειδών, για να μας προστατέψει από το «κακό μάτι», κάτι που μου φαινόταν πολύ διασκεδαστικό.

Οι περισσότεροι Έλληνες πιστεύουν στο «κακό μάτι», δηλαδή ότι κάποιος μπορεί να σε κοιτάξει περίεργα και να σε πιάσει πονοκέφαλος (σαν αυτόν που έχω όλη μέρα σήμερα, ωωωωχ!) ή να πάθεις οτιδήποτε. Αν τολμήσεις να πεις ότι δεν πιστεύεις, σου λένε ότι «δε σε πιάνει, γι’ αυτό». Και εγώ βέβαια αντιγυρίζω «και εσείς πιστεύετε, γι’ αυτό σας πιάνει»… Η εξήγηση απλή: αυθυποβολή.

Αυθυποβολή και αυταπάτη. Αν σε αυτήν προσθέσετε και ένα γερό μίγμα χημικών αντιδράσεων στον εγκέφαλο, τι έχουμε; Έρωτα.

Κάποτε πίστεψα στον ένα και μοναδικό, απόλυτο και αιώνιο έρωτα. Επειδή ήμουν ερωτευμένη. Για αρκετά χρόνια τον ζούσα, τέλειο και αναλλοίωτο. Μετά έφαγα μια σφαλιάρα και ξύπνησα. Στην σκληρή πραγματικότητα: μπορεί να αγαπάς κάποιον αλλά να μην μπορείς να μείνεις μαζί του, μπορεί να σε εκπλήξει, να σε απογοητεύσει και να πρέπει να τον βγάλεις από τη ζωή σου και να συνεχίσεις, ακόμα και αν τα αμοιβαία αισθήματα παραμένουν.

Τώρα πια βλέπω τα πράγματα καθαρά και ξέρω ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα, βέβαια βαθιά μέσα μου γνωρίζω ότι αν έρθει ο έρωτας ξανά η λογική θα πάει περίπατο!

"Έρωτας ή τίποτα"… το σύνθημα της φίλης μου που είναι ερωτευμένης. Μόλις μου το είπε ευθύς μου ήρθε οίστρος και έγραψα ποίημα. Όχι για τον "έρωτα", αλλά για το "τίποτα", γιατί δύσκολα ερωτεύομαι.

Όπως βλέπετε η τέχνη κατέχει σημαντικό κομμάτι στη ζωή μου, όχι τόσο σαν προσωπική δημιουργία (ασχολούμαι με όλα και από λίγο και σε τίποτα δεν είμαι ιδιαίτερα καλή), όσο σαν πηγή έμπνευσης, συγκίνησης, πνευματικής διέγερσης μέσα από το έργο των άλλων.

Τελευταία όμως ένιωσα να με απογοητεύει, να με εγκαταλείπει, δε μ’ ενδιέφερε πια… Είπα θα τα παρατήσω… Όμως ένας στίχος, μια μελωδία, μια επίσκεψη σε εκθέσεις και αποφάσισα να πιστέψω και πάλι. Στην τέχνη άρα και στη δουλειά μου, που είναι άμεσα εξαρτημένη από αυτήν – και την είχα αφήσει πίιιιιισω! Εξακολουθώ να έχω τις στιγμές αμφιβολίας και απογοήτευσης, αλλά δεν μπορώ να βρω κάτι που να με συγκινεί περισσότερο, οπότε επιμένω.

Πιστεύω στην τέχνη γιατί εκφράζει το πνεύμα και την ψυχή του ανθρώπου. Και με ενδιαφέρει οτιδήποτε έχει σχέση με αυτόν. Όταν με ρωτάνε αν πιστεύω στο θεό, απαντώ «εγώ πιστεύω στον άνθρωπο». Στον άνθρωπο που μπορεί να καταστρέψει και να αυτοκαταστραφεί, να σε κοιτάει κατάματα και να λέει ψέματα, να σε απογοητεύσει, να σε πληγώσει, να φύγει και να σε ξεχάσει. Είναι όμως εδώ, μπορείς να τον δεις, να τον μυρίσεις, να τον αισθανθείς, να τον αφήσεις να σου αλλάξει τη ζωή ή να τον προσπεράσεις. Το να πιστεύεις σε αυτόν σημαίνει να πιστεύεις στον εαυτό σου.

Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα…

Στη φωτογραφία ένα graffiti της Miss Van, σε ένα τοίχο στο Raval...

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

[Virtual] Alter Ego

ENGLISH

Πάει ένας χρόνος τώρα που αποφάσισα να κάνω προφίλ στο Myspace . Τα κίνητρα σοβαρά: μόλις είχε κάνει ο κολλητός+συγκάτοικος το δικό του και παραπονιόταν ότι μόνο τον Tom είχε φίλο. Οπότε μπήκα και εγώ να γίνουμε πολλοί. Η πρόκληση μεγάλη: μέσα σε μια σελίδα να συνοψίσεις ποιος είσαι (ή ποιος θα ’θελες να είσαι) τι σου αρέσει, τι θέλεις από τη ζωή… ή μάλλον τη virtual ζωή σου. Μέσα σε λίγη ώρα πήρε σάρκα και οστά… ή μάλλον καλύτερα pixel και bite ένα alter ego. Εικονικό.

Άρχισε να κοινωνικοποιείται ταχύτατα: μέσα σε λίγη ώρα δέχτηκε αιτήσεις για φιλία. Το θεώρησα χρέος μου να τις εξετάσω προσεκτικά και να απαντήσω στα μηνύματα ένα προς ένα (καλά, μόνο δύο ήταν, δεν ήταν και τόσος κόπος). Πράγμα που δεν ξαναέκανα σχεδόν ποτέ· γιατί έρχονταν σε τέτοια συχνότητα και πυκνότητα, που κινδύνευα να μου τρώει το virtual alter ego μου όλο και περισσότερο χρόνο από την προσωπική μου ζωή· είχα προλάβει όμως στο μεταξύ να κάνω καμιά δεκαριά virtual γνωριμίες και μία πραγματική… Στη συνέχεια το alter ego μου άρχισε να μεγαλώνει· να γνωρίζει ολοένα και περισσότερους φίλους – αυτό τον καιρό έχει καμιά 200αριά από τους οποίους μόνο 20 είναι κοινοί με τους δικούς μου- να αλλάζει τραγούδια, χρώματα και εικόνες, να κλέβει φωτογραφίες από την προσωπική μου ζωή και να τις παρουσιάζει σαν πραγματικές εμπειρίες του, να σκίζει σελίδες από τις σημειώσεις μου και να τις παρουσιάζει σαν σκέψεις δικές του, να μαθαίνει να μιλάει τα πρώτα του ελληνικά στο Blogspot, να ανταλλάσσει ιδέες σε ιντερνετικά forum, να βρίσκει άλλους φίλους στο Facebook.

Κάποιες φορές οι δρόμοι μας διασταυρώνονταν στο internet, κάποιες φορές στην πραγματική ζωή· μου έχει τύχει να με συστήσουν σε έναν άγνωστο και να του δηλώσω ότι «ναι, σε ξέρω, είμαστε φίλοι στο MySpace». Τελικά, όσο και να απέρριπτα την ιδέα να αφιερώνω χρόνο σε αυτό τον άλλο μου εαυτό, κάποιες φορές τροφοδοτούσε τη ζωή μου· αν και συνήθως αυτός ήταν που έπαιρνε τροφή από τη δική μου.

Ανοίγω την τωρινή σελίδα μου: η θάλασσα που κολυμπάω το καλοκαίρι στο φόντο, κάποιες από τις ταινίες και τα βιβλία που αγάπησα στα ενδιαφέροντα, μια φωτογραφία μου όλο νάζι σε πρώτο πλάνο, κάποιοι από τους φίλους μου στην πρώτη σελίδα. Στέκομαι και το κοιτάω: τι σχέση έχει αυτό με μένα; Είναι ο καθρέφτης μου ή η σκιά μου;

Προκειμένου να καταλάβω, αποφασίζω να κάνω μια περιοδεία στα προφίλ φίλων που γνωρίζω πραγματικά· μπορώ να δω πτυχές τους σε αυτά, πράγματα που άγνωστοι δε θα καταλάβαιναν… Ο αγαπημένος του στίχος σαν μότο, το αγαπημένο της τραγούδι σαν ήχος, ο λατρεμένος της φραπές σαν σύμβολο, οι ιδέες του σε πρώτο πλάνο, ο αγαπημένος του τόπος διακοπών στο φόντο, το δίκαια μοιρασμένο πάθος της για κουλτούρα και υποκουλτούρα φάτσα φόρα (μα πορνοστάρ δίπλα δίπλα με καλλιτέχνες στους top friends;). Όλοι βγάζουν κάτι από το πάθος και την τρέλα τους στο virtual πρόσωπό τους.

Αλλά κανείς μας δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια σελίδα. Κατά κάποιο τρόπο το virtual alter ego είναι ένας κλώνος που είναι παντού και πουθενά, που μας επιτρέπει να είμαστε τόσο μακριά και τόσο κοντά στους φίλους μας – και να δηλώνουμε την παρουσία αυτή με σύντομα σχόλια ή μηνύματα.

Κοιτάζοντας τα virtual alter ego ποτέ δεν μπορείς να γνωρίσεις στ’ αλήθεια τους ανθρώπους που τα φτιάχνουν… αλλά μπορείς να φανταστείς πώς είναι: Άνθρωποι πίσω από μια οθόνη. Όπως εγώ και συ.

Υ.Γ.: Η πρώτη σελίδα που έκανα είχε πρόβλημα και αναγκάστηκα να την ξαναφτιάξω από την αρχή, λίγες ώρες αργότερα, ολόιδια με την πρώτη. Όμως, επειδή δεν κατάφερα να κατεβάσω αυτή τη σελίδα, υπάρχει ακόμα και μπορείτε να δείτε το πρώτο προφίλ μου. Κάπως έτσι λοιπόν με γνωρίσατε πριν από ένα χρόνο: prwto_profil


Στη φωτογραφία μερικά από τα virtual alter ego μου...