Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Ο κώδικας είναι ποίηση (ναι, αλλά τι θέλει να πει ο ποιητής;)


Μια φορά και έναν καιρό, κρατούσα μολύβι στο χέρι. Έγραφα, έσβηνα, αν εξαιρέσουμε ότι μονίμως μουντζουρωνόμουν (γιατί ο δυτικός τρόπος γραφής είναι πρόβλημα για έναν αριστερόχειρα – γράφεις κάτι και μετά περνάει το χέρι σου από πάνω και το σβήνει) η ζωή κυλούσε ήρεμα.

Όμως, όπως συμβαίνει συνήθως στα θρίλερ του Carpenter, όπου σε μια ήσυχη (αμερικάνικη, οφ κορς) πόλη εμφανίζεται ο παρανοϊκός δολοφόνος και τους ξεκάνει όλους, ξεκινώντας από αυτόν με το χειρότερο κούρεμα προχωρώντας μέχρι να φτάσει στην πρωταγωνίστρια, που είναι όμορφη αλλά και έξυπνη, οπότε τον τρώει πριν τη φάει, όμως ο δολοφόνος εκεί που μοιάζει νεκρός σηκώνεται ξαφνικά όρθιος μέσα στα αίματα και κάνει μια ύστατη απόπειρα να τη σκοτώσει, για να φάει το τελειωτικό χτύπημα κατακέφαλα, να ξεπηδήσει ένα σιντριβάνι αίματος και να πέσουν οι τίτλοι του τέλους -με τελευταία σκηνή την ηρεμία να έχει επανέλθει στην αμερικάνικη κωμόπολη… μα καλά, πού θέλω να καταλήξω;

Α, ναι… και μετά ήρθαν οι υπολογιστές. Chat, internet, database, server, host, file transfer protocol, cookies, control panel, η ζωή μου έγινε ένα ασταμάτητο 0100101001… Τα υπαρξιακά μου προβλήματα ψηφιοποιήθηκαν: έκανα upload στο CMS αλλά μετά έγινε αυτόματο update που μου δημιούργησε πρόβλημα στο login, άσε που παρόλα τα plugin το UTF-8 δεν λειτουργεί σωστά με αποτέλεσμα οι ελληνικοί χαρακτήρες να μην εμφανίζονται, από πάνω έρχεται και το πρόβλημα {(#%_!^*)} στη γραμμή 32 του %.php και το adminpanel μου τα έπαιξε και εμφανίζει μόνο html.

Τόσες συμφορές μαζεμένες, ούτε ο Βασιλάκης Καΐλας να ήμουν. Πάσχισα να πάρω τον έλεγχο της κατάστασης, αλλά τίποτα. Μάταια χύνονταν τα δάκρυα στο πληκτρολόγιο, μάταια εκσφενδονίζονταν φτυσίματα στην οθόνη, στο βρόντο όλες οι ευχές και κατάρες. «Ρε, κάνε ρε αυτό που σου λέω!» «Μπριτς κοκό!» Μου απαντούσε με αυθάδεια.

Η διεθνής ιντερνετική κοινότητα συμπαραστάθηκε στη δυστυχία μου: αναστεναγμοί και λυγμοί ακούστηκαν απανταχού της γης, από την Ισπανία μέχρι το Χονγκ Κονγκ. Ξαφνικά ανακάλυψα τον νέο τρόπο ομαδικής (ψυχο-)θεραπείας: Τα φόρουμ.

«Μη στεναχωριέσαι, και εγώ είχα το ίδιο πρόβλημα, αλλά διορθώθηκε μόλις απέκτησα πρόσβαση στο ftp και διόρθωσα το php».

«Είναι θέμα browser, θα τα καταφέρεις»

«Δες τα cookies και τα cache σου»

«Ένα καταραμένο bug είναι μονάχα, εύκολα μπορεί να διορθωθεί το θέμα»

Κάθε τους υπόδειξη με έστελνε να κάνω μια νέα διόρθωση και κάθε διόρθωση με έφερνε αντιμέτωπη σε νέα προβλήματα, και να σου με πάλι να πληκτρολογώ στα φόρουμ:

«δεν μπορώ να κάνω login»,

«δεν μπορώ να δω το administration panel»,

«δεν μπορώ να κάνω data upload»

«δεν μπορώ να αναπνεύσω».

Προσευχήθηκα στην αγία httpία και τον άγιο google, καταράστηκα τους χίλιους bugοδαίμονες. Μάταια!

Το θέμα δεν θα το έλυνε η παραδοσιακή ιατρική ή η ψυχολογική στήριξη των απανταχού μουντζωμένων από την τύχη και τα προγράμματα. Χρειαζόμουν κάποιον με υπερφυσικές δυνάμεις: απευθύνθηκα στον σούπερμαν και τον Τσακ Νόρις, που συγκινήθηκαν από το δράμα μου (ή κουράστηκαν από τα τηλεφωνήματα και τα mail μου) και έσπευσαν να με βοηθήσουν. Κάθε λέξη τους με έστελνε να ψάχνω στο google με τις ώρες:

τι είναι dns;

τι είναι sql;

τι είναι internet;

υπάρχει θεός;

Αλλά και πάλι, οι άνεμοι της ροής δεδομένων δεν έπνεαν ευνοϊκά και έμεινα να κοιτάω την ολόλευκη screen page που πάσχιζε να κατεβάσει τα δεδομένα μου αλλά δε το κατόρθωνε με τίποτα.

Και τη στιγμή που τραγουδούσα το «έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, databasούλες», ο από μηχανής θεός, Batman και Joker στο ίδιο πακέτο, μου έδωσε την ενθάρρυνση που χρειαζόμουν και τις γνώσεις που μου έλειπαν (και στο τέλος μου έριξε και μια κατσάδα που την είδα web designer και προγραμματίστρια, τρομάρα μου!). Έτσι, δάμασα τα ατίθασα αρχεία, εξολόθρευσα με κατσαριδοκτόνο τα απαίσια bugs, τακτοποίησα το χάος των δεδομένων.

Έμεινα άναυδη από έκπληξη, ηδονή και ευγνωμοσύνη. Σχεδόν δάκρυσα όταν είδα το πρόγραμμα να ακολουθεί τις εντολές μου σαν υπάκουο σκυλάκι…

Η ζωή και πάλι κυλούσε ήρεμα, έγραφα στο πληκτρολόγιο και το internet τα έδειχνε, έτσι απλά, σαν να γύρισα και πάλι στο μολύβι και το χαρτί της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας.

[«Τίτλοι τέλους»… ή «Συνεχίζεται»… γιατί συνήθως τα θρίλερ του Carpenter έχουν και sequel…]

Υ.Γ.: Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το Wordpress

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Οι ζωές των άλλων



3 φίλοι· 3 καυγάδες· 3 τηλεφωνήματα.

«Έλα, μάλωσα με τον / την... Μπήκα στο Facebook και είδα το και το…». Εγώ με το τηλέφωνο στο χέρι, να έχω μείνει παγωτό. Μα τέτοια σύμπτωση; Μέσα σε 12 ώρες άκουσα την ίδια ιστορία 3 φορές από 3 διαφορετικούς φίλους: βρήκα το password του/της…, μπήκα στο facebook του/της, είδα το και το, είμαι έξαλλος/η γιατί…

Ξαφνικά συνειδητοποίησα πόσο η ζωή μας έχει αλλάξει μετά την εμφάνιση των networks. Κάτι που στην αρχή φαινόταν ως αθώο, ανταλλαγή μηνυμάτων και εικόνων, έχει αποκτήσει άλλες διαστάσεις.

Γιατί τώρα πια ο καθένας μπορεί μέσα στην ανία της δουλειάς να φλερτάρει και να έχει και καλές πιθανότητες· βλέπεις, όταν είμαι στη δουλειά, μέσα στην ανασφάλεια και το άγχος, και μου έρθει κανένα χαριτωμένο σχόλιο θα χαμογελάσω που με σκέφτηκαν και θα πετάξω και εγώ κανένα πείραγμα – ενώ αν έβλεπα το ίδιο άτομο έξω, θα έπρεπε να βρει κάτι έξυπνο να μου πει για να μου τραβήξει την προσοχή.

Εύκολο το φλερτ από το internet. Δύσκολες οι σχέσεις. Γιατί άλλο να ανταγωνίζεσαι τον/την δίπλα ή παραδίπλα και άλλο όλους τους θεούς και θεές του internet, που βέβαια φαίνονται ακόμα πιο θεϊκοί γιατί επιλέγουν τις σωστές πόζες/ φωτογραφίες/ εργαλεία του photoshop.

Και τι κάνεις αν ο δικός/ η δικιά σου έχει αποκτήσει εμμονή με το networking; Υπομονή…

Αν πάλι δεν κάνεις υπομονή και αποφασίζεις να βρεις το password, ε, τότε τι να πω, δεν το κατακρίνω, αλλά ούτε και το εγκρίνω.

Εδώ πρέπει να πω ότι έχω ένα κόλλημα με το σεβασμό της προσωπικής ζωής. Και να πέσουν κωδικοί κάποιου στα χέρια μου ποτέ δεν τους χρησιμοποιώ, όσο και να τρώγομαι να μάθω τι κάνει ο άλλος. Όταν ξεχνάει κάποιος το mail του ανοιχτό στον υπολογιστή μου, το κλείνω χωρίς να ρίξω ούτε ένα βλέφαρο –ακόμα και να έχω κάποιο «ειδικό ενδιαφέρον» για το συγκεκριμένο άτομο. Δεν κατηγορώ αυτούς που φέρονται διαφορετικά – αλλά προτιμώ να με τρώει η περιέργεια από το να δω κάτι που δεν πρέπει· νομίζω ότι θα πέσω τέζα από τις τύψεις αν παραβιάσω την προσωπική ζωή κάποιου… Οπότε δε το κάνω και ελπίζω ότι δε θα μου το κάνουν.

Μέχρι που την πάτησα. Όχι από κάποιο ζηλιάρη γκόμενο, αλλά από κάποιον μαλλλάκα (είπαμε, η σαλλλονικιώτικη προφορά έχει επιστρέψει για τα καλά) spammer.

Πριν από λίγους μήνες κάποιος μπήκε στο λογαριασμό μου και αφού έστειλε ένα σιχαμένο spam σε όλες μου τις επαφές, από αυτά τα «dear friend» που έχει βρωμίσει ο τόπος, μου έκλεψε την on line ατζέντα μου. Καθηγητές, συνεργάτες, φίλοι, είχαν λάβει όλοι την ίδια μαλακία από εμένα – τι ντροπή! Αισθάνθηκα γυμνή, εκτεθειμένη: όλες οι εργασίες, δουλειές, ζόρια, απογοητεύσεις, σκέψεις, προσδοκίες, έρωτες, τρέλες των τελευταίων 7 χρόνων είναι εκεί, στα mail που στέλνω και λαμβάνω. Η ζωή μου και η ζωή των φίλων μου βρίσκεται πίσω από έναν κωδικό. Ανοιχτό βιβλίο για όποιον βρει τον κωδικό.

Βέβαια με τα networks το πράγμα είναι διαφορετικό: στη σελίδα του άλλου (αν απλά κοιτάζεις και δεν έχεις μπει στο λογαριασμό του) βλέπεις αυτό που θέλει ο άλλος να σου δείξει: συναισθήματα, εμπειρίες, σκέψεις. Και πάλι όμως, προσπαθώ να αποφεύγω το χάζεμα, γιατί πρώτον είναι χάσιμο χρόνου και δεύτερον γιατί όλοι έχουμε έναν voyeur μέσα μας (ναι, και εγώ, και εσύ, όλοι) και καλό είναι να μην τον τρέφουμε.

Ιδιαίτερα αν έχεις κάποιο «ειδικό ενδιαφέρον» για να δεις τη σελίδα κάποιου, τότε είναι που πρέπει να το αποφεύγεις, γιατί μπορεί να εθιστείς στις ιντερνετικές παρακολουθήσεις. Οπότε κρατήσου όσο μπορείς και μην κοιτάς. Βέβαια αυτό έχει και τα αρνητικά του, γιατί ενώ θα μπορούσες να ξέρεις, απλά εικάζεις· έτσι μπορεί να φαντάζεσαι ότι η καινούρια είναι καμιά Monica Belucci, ενώ λίγα κλικ μπορούν να σου αποκαλύψουν ότι μάλλον δεν είναι. Καλύτερα όμως να σε τρώει παρά να ενδώσεις…

Γιατί μπορείς να καταλήξεις να σε ενδιαφέρει η ζωή των άλλων περισσότερο από τη δική σου

Όλα ξεκίνησαν με το MySpace, που φαινόταν ένα διασκεδαστικό παιχνίδι· και τώρα που το σκέφτομαι ήταν «η εποχή αθωότητας» των networks. Το βαρέθηκα σχετικά γρήγορα, τώρα πια το χρησιμοποιώ κυρίως για επαγγελματικούς λόγους. Μετά ήρθε το Facebook, όπου έμπαινα μόνο για να δω τι μου έγραφαν οι φίλοι, μην καταλαβαίνοντας τι το ιδιαίτερο είχε και είχαν κολλήσει όλοι. Και τι δεν έκαναν να με δελεάσουν: Φραπέδες, πρόβατα, μέχρι και τον Justin Timberlake μου πέταξαν μια μέρα! Εγώ όμως βράχος: Τζάστιν, τζάστην!

Όμως, ο internet browser μου, που είναι τίνγκα στα widgets και σούπερ-κουτσομπόλης υπέκυψε· έτσι, ακόμα και χωρίς να είχα κάνει log in, μου ξερνούσε τα πάντα: ο τάδε έκανε αυτό, ο δείνα σκέφτηκε εκείνο. Σαν τα λευκώματα του σχολείου. Βλακώδες, αλλά δεν έβρισκα και λόγο να κλείσω το παραθυράκι, γιατί καμιά φορά ήταν καλό αντιστάθμισμα για την πίεση της δουλειάς …

Μετά όμως μπαίνεις στο λούκι να το τροφοδοτείς και εσύ, για να βλέπουν οι φίλοι σου τι κάνεις. Κάπως έτσι, πριν από λίγες μέρες σκέφτηκα ότι καμία από τις επιλογές που μου δίνονται για το «status» δε με ικανοποιούσε. Οπότε από single το άλλαξα σε «τίποτα», κάτι που μου φάνηκε αθώο, όμως το facebook δε μάσησε: αποφάσισε ότι κάτι βρωμάει εδωπέρα (σιγά να μη σας πω ;) ) - κανένα μυστικό πάθος θα έχει, σου λέει, οπότε παίρνει την πρωτοβουλία να κοτσάρει μια κόκκινη καρδιά δίπλα στο όνομά μου. Όπως ήταν αναμενόμενο, έπεσε χοντρό δούλεμα από τους φίλους: «Τι έγινε;» «Ερωτεύτηκες;» «Παντρεύεσαι;». Γκρρρρρ…

Πέρα από τ’ αστεία όμως, τα σχόλια που έπεφταν σωρηδόν φανέρωναν ότι όλοι παρακολουθούν το facebook. Σε βαθμό που δεν είχα φανταστεί… Και το πράγμα άρχισε να δείχνει ακόμα πιο σουρεαλιστικό, όταν άρχισα να δέχομαι τηλεφωνήματα για facebookοκαυγάδες· «μα πώς κάνετε έτσι γι αυτή την βλακεία;» έλεγα ξανά και ξανά. Εύκολο να κοροϊδεύεις όταν είσαι έξω από το χορό, δηλαδή δηλώνεις single ή τίποτα, οπότε με ποιόν να μαλώσεις. Όμως αν θέλεις ένα καλό καυγά, γι’ αυτό είναι οι φίλοι.

Έτσι, λίγες ώρες μετά τα απανωτά τηλεφωνήματα, το newsfeed της homepage του internet browser μου (αν η μαμά μου διαβάζει αυτό το blog στάνταρ θα νομίζει ότι έμπλεξα σε καμιά παραθρησκευτική οργάνωση με όλη αυτή την ορολογία) μου πετάει το δόλωμα: φωτογραφίες. Νάτος ο πειρασμός: με μια απλή κίνηση θα βγω από μια περιέργεια που είχα μήνες τώρα: λες να είναι όμορφη σαν τη Monica Belucci; Όμως δεν πρέπει… Μην κλικάρεις, μην κλικάρεις, σταμάτα, σταμάτα, τι πας να κάνεις; Μηηηηηη!!!!

Πολύ αργά, έκανα αυτό για το οποίο κορόιδευα τους άλλους. Είδα. Τελικά δεν ήταν σαν τη Belucci. Ε, και; Δεν είχε καμιά σημασία, είχα περιπέσει στο αμάρτημα του voyeurism και αισθανόμουν σαν Κατ[ασκοπ]ίνα. Είπα να ομολογήσω εμμέσως πλην σαφώς την ειδεχθή μου πράξη στον Β·Β·Β, που είναι αρκετά ειλικρινής για να παραδέχεται ότι κοιτάζει τα networking profiles των άλλων συχνά πυκνά (ναι, και το δικό μου) και αρκετά hacker για να ξέρει να κοιτάζει και περισσότερα... Έγινε έξω φρενών μαζί μου. Παρακολουθώ τη ζωή των άλλων λέει και είμαι μια υποκρίτρια που του προκαλεί ναυτία, γιατί εγώ κανονικά τα κοροϊδεύω αυτά. Λέει ότι δεν πρέπει να κρίνω τους άλλους για πράγματα που κάνω και εγώ· του απαντώ ότι μπορώ να κρίνω και τους άλλους και εμένα –και να που με ξεφωνίζω στο ίδιο μου το blog. «Ε, και εσύ θυμώνεις που έκανα κάτι που κάνεις και εσύ και όλοι! Όλοι παρακολουθούν τις ζωές των άλλων!» του αντιγυρίζω.

Μαλώσαμε.

4 φίλοι· 4 καυγάδες· 3 τηλεφωνήματα + 1 blog post… ;)

Υ.Γ.1: Μετά από αυτό το post βλέπω να έρχεται και άλλος καυγάς. ΩΩΩΩχχχχ! Είναι ανώνυμο το blog ρε παιδιά, μη βαράτε!

Υ.Γ.2: Ο τίτλος είναι από την ταινία «Das Leben der Anderen».

Στη φωτογραφία ένας τοίχος γεμάτος μάτια από το Άμστερνταμ. Το εντυπωσιακό για την Ολλανδία είναι ότι ο voyeurism φαίνεται να είναι κάτι απενοχοποιημένο: τα σπίτια έχουν μεγάλα παράθυρα χωρίς κουρτίνες και μπορείς να βλέπεις στο εσωτερικό, αλλά και αυτοί να βλέπουν ποιος περνάει το δρόμο με κατάλληλα τοποθετημένους καθρέφτες. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στους πίνακες της ολλανδικής ζωγραφικής του 16ου αιώνα, αλλά και σήμερα, με μια μικρή βόλτα στην Ολλανδία. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι ο Big Brother ξεκίνησε από εκεί…

Να και ένα ωραίο τραγούδι να θυμηθούμε: "I spy" των Pulp


Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

That crazy Casbah jiiiiiiiive!

Με αεροπλάνα και βαπόρια… Απίστευτα χιλιόμετρα έχει γράψει το κοντέρ μου την τελευταία βδομάδα· Ολλανδία, Ισπανία, Ελλάδα, με κάθε μεταφορικό μέσον: αεροπλάνο, ποδήλατο, τρένο, αυτοκίνητο, καράβι. Πάντα με το mp3 παρέα, για να περνάει η ώρα ευχάριστα με μουσική.

Αλλάζοντας τραγούδια ασταμάτητα στα ταξίδια μου, σκεφτόμουν ότι κάθε τραγούδι είναι από μόνο του ένα ταξίδι, σε στιγμές που ζήσαμε ή θα ζήσουμε: το «Spoons» του Damon Albarn με πηγαίνει σε ένα βροχερό περίπατο στο Φιλοπάππου πρόπερσι, το «Youre so great» των Blur στη Μύκονο πριν από καμιά δεκαετία, το «Ventilaor R-80» των Ojos de Brujo στην αγαπημένη μου Βαρκελώνη που απέχει λίγες μέρες από το τώρα, το «Oh, my Golly» των Pixies στην εφηβεία -προ αμνημονεύτων χρόνων δηλαδή, το «Ja sei namorar» των Tribalistas στη Βραζιλία όπου θα πάω σε λίγους μήνες –αλλά ήδη έχω αρχίσει να την ονειρεύομαι.

Τα περισσότερα τραγούδια μου θυμίζουν μια στιγμή ή ένα πρόσωπο και όταν τ’ ακούω κάνω ταξίδι στον τόπο και στο χρόνο· ενώ παράλληλα εναποτίθενται πάνω του τα χρώματα και οι μυρωδιές της κάθε στιγμής που τ’ ακούω.

Καμιά φορά το «φόρτωμα» είναι τόσο μεγάλο για ένα και μόνο τραγούδι, που δυσκολεύομαι πια να το ακούσω: για παράδειγμα το Clandestino του Manu Chao, το έχω συνδέσει με τόσες στιγμές και πρόσωπα επί μια δεκαετία και βάλε, ώστε δεν μπορώ πια να συγκεντρωθώ στη μελωδία (είναι και οι στίχοι τόσο δυνατοί…).

Τις περισσότερες φορές οι εικόνες έρχονται και σε πλημμυρίζουν ξαφνικά, όμως άλλες φορές το ξέρεις ότι θα συμβεί ήδη από τη στιγμή που φορτώνεις το mp3 player με τραγούδια.

Αντίθετα, αν ακούς ραδιόφωνο μπορεί να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με όλες αυτές τις αναμνήσεις και τις μελωδίες απροειδοποίητα. Αν πάλι είσαι εσύ αυτός/αυτή που παίζει τη μουσική, έχεις πολύ έντονο το αίσθημα ότι μοιράζεσαι δικές σου στιγμές με όσους σε ακούνε, ανθρώπους που μπορεί και να μην έχεις δει ποτέ, αλλά είναι εκεί και επικοινωνείτε μέσω της μουσικής.

Από τη θέση του ακροατή, την προηγούμενη βδομάδα, λίγες ώρες πριν πάρω την πτήση μου για Ελλάδα, είχα μπει στη ραδιοφωνική παρέα του Casbah. Αποτέλεσμα: πρώτον, να αφαιρεθώ και παραλίγο να ξεχάσω τον υπολογιστή μου στην Βαρκελώνη (Bir, σε καθιστώ υπεύθυνο) και δεύτερον: δυο μέρες αργότερα ονειρεύτηκα ότι ξανάκανα εκπομπή στο Casbah. Ευτυχώς το όνειρό μου έγινε γρήγορα πραγματικότητα. Σήμερα, 8-9 έπαιζα μουσική στο Casbah.

Επειδή έτσι μου επιβάλλει η παιδεία και η ανατροφή μου (ροκού από την κούνια μου γαρ, ασχέτως που τελευταία το έχω γυρίσει στα μπίτια) ξεκίνησα με τους Citys Last Noise, ένα συγκρότημα της Βαρκελώνης που προπαγανδίζω όπου βρεθώ και όπου σταθώ. Αφού έκανα τους ακροατές να υποφέρουν χοροπηδώντας σε ρυθμούς punk μέσα στη ζέστη, είπα ν’ αφήσω να μπει λίγο δροσερό αεράκι έθνικ στο ραδιόφωνο. Να η λίστα των τραγουδιών που έπαιξα:

1. City’s Last Noise – Beneath the waves

2. Cat Power – Nude as the news

3. PJ Harvey – 50ft Queenie

4. Pixies – Oh my Golly!

5. Blur – You’re so great
6. Xaxakes – Vasilias

7. Cardigans – My favorite game

8. Mano Negra – King Kong Five

9. Asian Dub Foundation – Collective Mode

10. Amadou et Mariam – La réalité

11. Rodes feat. Arvanitaki – Fovamai

12. Jarabe de Palo – La Flaca

13. Dusminguet – Le cha cha cha

14. Ojos de Brujo – Ventilaor R-80

15. Tribalistas – Ja sei namorar

16. Damon Albarn & Co. – Spoons

17. Les Negresses Vertes – La valse

18. The City’s Last Noise - Bones

Θα τα πούμε στο Casbah ;)

Μέχρι τότε, δείτε κάτι παλιό αλλά αγαπημένο (Mano Negra, King Kong Five):


Ο τίτλος είναι από το Rock the Casbah των Clash. Στη φωτογραφία, ένα graffiti από τη Raval στη Βαρκελώνη…

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Επιστροφή.gr

ENGLISH

Ταξί #1: [προς το ραντεβού] Μπουζούκια στο ραδιόφωνο, βρίσιμο στους περαστικούς και μετά καυγάς: ο ταρίφας ήθελε να με πείσει ότι το να κουβαλάς ένα 50ευρω ισοδυναμεί με το να μην έχεις χρήματα, γι’ αυτό πρέπει να τον προειδοποιείς πριν μπεις – πού να βρει τα ρέστα ο καημένος. Εγώ να προσπαθώ να τον πείσω ότι το χαρτονόμισμα των 50 ευρω είναι λεφτά.

Ταξί #2: [προς το σπίτι] Chill out μουσική, πανσέληνος έξω από το παράθυρό μου και ένας εξαιρετικά ομιλητικός ταξιτζής, που να προσπαθεί να μου μεταγγίσει τη σοφία που αποκόμισε από τη ζωή και να μιλάει για τα πάντα, από οικολογία μέχρι τους κινδύνους της ασφάλτου.

Λίγες ώρες μετά την άφιξή μου, με μόλις δύο ταξί, ήταν ήδη ξεκάθαρο: επέστρεψα.

Συναντήσεις με φίλους - ξεχωριστούς φίλους, μουσακάς, ντομάτα με φέτα, βόλτα στη θάλασσα, η φράση εσυποτεθακανειςοικογενεια να ηχεί στ’ αυτιά μου: επέστρεψα.

Και προσπαθώ να προσαρμοστώ στην ελληνική πραγματικότητα, με τα κακά και τα καλά της. Ήδη τράκαρα μια διαδήλωση όπου ο κόσμος δεν διαμαρτυρόταν για το γεγονός ότι παίρνει 1000 ευρώ το μήνα (ή λιγότερα) ή για το ότι η Θεσσαλονίκη είναι από τις πιο μολυσμένες πόλεις της Ευρώπης, αλλά επειδή ο Απόλλωνας Καλαμαριάς δε τα πηγαίνει καλά στο πρωτάθλημα. Αλλά και έζησα μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά – από αυτές που όλοι θέλουν να κρατήσουν κι άλλο κι άλλο, και μένουν μέχρι αργά το βράδυ στους δρόμους να πίνουν και να τα λένε. Και ξαναείδα τη Θεσσαλονίκη: με τις αντιφάσεις, το λούστρο και την παρακμή της, την παράξενη ομορφιά της.

Όπως έχω ξαναπεί: να ζεις έξω και να επιστρέφεις σου δίνει ένα περίεργο συναίσθημα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά την άφιξή σου, ήδη νιώθεις ότι δεν έφυγες ποτέ, ήδη έχεις γίνει ένα με το μέρος· «η ισπανική προφορά σου άλλαξε» μου είπε η LuV στο τηλέφωνο, λίγο αφότου έφτασα (η ποντιακή – Σαλλλλονικιώτικη προφορά επέστρεψε!).

Την προηγούμενη μέρα, στη βόλτα μας στη Βαρκελώνη, γκρίνιαζα για το ότι δεν ήθελα να φύγω· κανείς δε θέλει να φύγει από αυτή την πόλη, όσοι φίλοι μου το έκαναν να γυρίζουν ξανά και ξανά.

Τώρα όμως η Βαρκελώνη είναι εκεί σαν μια παράλληλη πραγματικότητα, μια παράλληλη ζωή – όπως θα έλεγε η LuV, είναι σαν το πρόγραμμα “Parallel”: κάνεις install στον Mac σου και μετά περνάς από Mac σε Windows ή σε Linux χτυπώντας ένα βελάκι στο πληκτρολόγιο. Μου λείπει η BCN και θέλω να ξαναγυρίσω, αλλά όσο είμαι εδώ, είναι τόσο φυσικό να είμαι εδώ. Και όταν επιστρέψω, θα είναι σαν να μην έλειψα ούτε μια μέρα. Κουβαλάω και τις δυο πόλεις μέσα μου. Και τις δύο ζωές.

Τώρα ετοιμάζω τα πράγματά μου για τη θάλασσα· τη θάλασσα στα καλύτερά της, όταν έχεις όλη την παραλία για πάρτη σου και όταν μπαίνεις στη θάλασσα είναι τόσο καθαρή και ήρεμη που βλέπεις και το παραμικρό βοτσαλάκι στο βυθό. Και όταν βγαίνεις ή ξαπλώνεις στην παραλία με τις ώρες ή πηγαίνεις να παίξεις κανα τάβλι και να πιεις φραπέ στο beach bar. Καλοκαίρι στην Ελλάδα… Ό,τι καλύτερο :)


Στη φωτογραφία, η ο-ο-ο-ο όμορφη Θεσσαλονίκη...

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

Να Sonar-ει κανείς ή να μην Sonar-ει; Ιδού το ερώτημα

ENGLISH

Και πάλι στις φιέστες! Ειλικρινά δε φταίω εγώ, η πόλη φταίει. Αυτή τη φορά πραγματικά ήθελα να κάτσω στα αυγά μου, αλλά το παραδέχομαι, δεν είμαι δυνατός χαρακτήρας. Για πολύ καιρό μονολογούσα «να Sonar-ει κανείς ή να μην Sonar-ει; Ιδού το ερώτημα» αλλά μόλις άρχισε να καταφθάνει το πλήθος των επισκεπτών – που δε σκιάχτηκε από τα περίεργα υβρίδια που επιστρατεύτηκαν για τη διαφήμιση του γεγονότος - φορτωμένο με τατουάζ, πίρσινγκ, ράστα ή χρωματιστές ανταύγειες, είπα, για κάτσε, αυτοί έρχονται τόσο δρόμο για να το δουν, και εμένα που είναι δέκα λεπτά από το σπίτι να μην πάω;

Και τότε βρήκα την απάντηση: «Να Sonar-ει!!!».

Όμως τα εισιτήρια του Σαββάτου είχαν ήδη τελειώσει· μαχαιριά στην καρδιά. Το συζήτησα με τη LuV, την επίσημη σύντροφό μου στις φιέστες και αφού αναλύσαμε τα συναισθήματά μας καταλήξαμε ότι έπρεπε να πάμε το γρηγορότερο να πάρουμε εισιτήρια, γιατί αν δε τα δώσουμε στο Sonar θα μας τα φάνε οι ψυχολόγοι (ακόμα να ξεπεράσω ότι έχασα τους Beastie Boys πέρυσι, παρά τις 3.876 ώρες ψυχανάλυσης) και δε λέει.

Έτσι, μέσα σε λίγη ώρα ήμασταν κιόλας στο δρόμο για το Sonar της Παρασκευής. Το Sonar by Night έπεφτε ολίγον πιο μακριά από το ημερήσιο, οπότε χρειάστηκε κάμποσος ποδαρόδρομος και λεωφορειοδιαδρομή για να φτάσουμε. Σε ένα χώρο τεράστιο, που ακόμα και μετά από πολλές περιπλανήσεις στα 200.000 τετραγωνικά του, δε χωνέψαμε το μέγεθος.

Μα πώς γίνεται να γεμίσει; Και όμως, μία ώρα και 30.000 εισόδους αργότερα (σύμφωνα με ένα φίλο που είναι καλά πληροφορημένος), ήταν φίσκα με «κυριλέ εναλλακτικούς» σαν εμάς που μπορούσαν να πληρώσουν το τσουχτερό εισιτήριο. (Έξω από το Sonar όλοι οι πραγματικοί εναλλακτικοί να πουλάνε μπύρες και σουβλάκια – κοινωνική διαστρωμάτωση ακόμα και εδώ, τι τα θες).

Ο κόσμος διαρκώς σε κίνηση, χόρευε, μιλούσε, πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα από τον ένα χώρο στον άλλο.

Επειδή το καταστρώσαμε ολίγον αυθόρμητα, δεν είχαμε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μας για να δούμε, το βασικό μας σχέδιο ήταν «ας μας κερδίσει ο καλύτερος». Ξεκινήσαμε τσαλαβουτώντας σε dj sets από εδώ και από εκεί, μέχρι να αρχίσουν οι Madness, τους οποίους όμως τελικώς δεν είδαμε, γιατί την προσοχή μας τράβηξε η Yelle. Η γαλλική μουσική μου φαίνεται πολύ γλυκιά, γιατί ακόμα και το «θέλω να σε δω σε ταινία πορνό» ακούγεται τόσο χαριτωμένο αν το πεις στα γαλλικά… Όμως η τύπισσα είχε καλή σκηνική παρουσία και το live της ήταν pas mal (μα πώς τα μιλάω τα γαλλικά) οπότε μείναμε.

Στη συνέχεια περάσαμε από του Diplo, αλλά λίαν συντόμως αισθανθήκαμε σαν ψηφιακοί ήρωες σε βιντεοπαιχνίδι, οπότε μετά από λίγα λεπτά είπαμε “game over” και κινήσαμε για τον Ewan Pearson, όχι τόσο γιατί μας εντυπωσίασε το πλούσιο βιογραφικό του (τι να πρωτοθυμηθεί κανείς, συνεργασίες με Depeche Mode, Goldfrapp, Ladytron, Franz Ferdinand) αλλά κυρίως επειδή έπαιζε ωραίες σπιτικές house μελωδίες.

Αν και η Róisín Murphy που ακολούθησε ήταν εξίσου καλή στο live, τα αυτιά μας και τα πόδια μας ζητούσαν κάτι δυνατότερο, οπότε κάναμε ένα σάλτο παραδίπλα και πήγαμε στους…

Justiiiice! Ζουστίς, ναι έτσι προφέρεται και είναι ό,τι πιο δυνατό έχω ακούσει τελευταία – Τι; Εγώ είπα ότι η γαλλική μουσική είναι πολύ γλυκιά; Είπα ξείπα, το παίρνω πίσω! Ο ρυθμός απίστευτα δυνατός, δονούσε όλο το σώμα. Τα αυτιά μου δε χόρταιναν την μουσική που ήταν μεν ηλεκτρονική στο άκουσμα, αλλά καθαρά ροκ στην ουσία – μπορείς να χορέψεις ή να κάνεις headbanging – εγώ απλά δε σταμάτησα να χοροπηδάω. Ο ήχος τους κυρίευσε το μυαλό μου και είναι ακόμα εκεί…

Τι άλλο να ζητήσει ο άνθρωπος; Περιπλανηθήκαμε για κάμποσο στο χώρο και τελικά φύγαμε με τους Justice στο μυαλό μας. Μετά από περπάτημα σε ερημιές, απροσδόκητες συνομιλίες, παράξενες διαδρομές, κατέληξα να διασχίζω μόνη μου, 6 τα ξημερώματα, τη Ραβάλ.

Οι δρόμοι έρημοι, ήσυχοι, γαλάζιοι από το φως που μόλις έφτανε στην πόλη. Ήταν η ηρεμία που χρειαζόμουν μετά τη φιέστα. Ήταν πολύ όμορφα, αλλά η έντονη μυρωδιά από κάτουρο (σκεφτείτε ότι στις 3 κάθε βράδυ πλένουν όλους τους δρόμους της πόλης και τρεις ώρες αργότερα μύριζαν πάλι – η Βαρκελώνη είναι γεμάτη από βρομύλους) ήταν εκεί για να μου θυμίσει ότι η ζωή δεν είναι κινηματογράφος, αν και μπορεί να μοιάζει μερικές φορές, και ότι τελικά τα sequel δεν είναι απαραιτήτως κακά…


Υ.Γ. Πάρτε τώρα μια γεύση από Sonar: Justice, We are your friends!




Στη φωτογραφία, το Sonar!!!

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Razzmatazz... and the nights on the town oh-oh-oh

ENGLISH

Πέμπτη πρωί, δουλειά, σαν το ζόμπι πίνω τον ένα καφέ μετά τον άλλο για να συνέλθω από την αϋπνία. Τα πόδια μου ακόμα πονάνε από το χοροπηδητό. Ναι, καλά καταλάβατε, πάλι κραιπάλιασα, και όπως κάνω μετά από κάθε φιέστα, το ρίχνω στη φιλοσοφία, δηλαδή γράφω κάνα post για να μοιραστώ με την υφήλιο τις πνευματικές ανησυχίες ενός μυαλού που προσπαθεί να συνέλθει από το ξενύχτι και το ποτό.
Ωωωωωχχχ! Χαλάλι, το πάρτι είχε πολύ ωραία μουσική, που κρατούσε τις αρμονίες μεταξύ ντάμπα και ντούμπα, ο κόσμος πολύ φιλικός, σου έπιανε την κουβέντα αλλά η φασαρία δεν άφηνε τη συζήτηση να πάει πολύ μακριά, πέρα από το «Τιιιι; Τι είπεεεες; Δεν ακούωωωωω!», οπότε όλοι χόρευαν σαν τρελοί, χύνοντας τα ποτά τους πέρα δώθε ευτυχισμένοι– το πουά φόρεμα αποδείχτηκε καλή ιδέα, έγινε ακόμα πιο πουά από τους λεκέδες, όμως τα πόδια μου είχαν ένα σοβαρό πρόβλημα με τα ποτά που κολλούσαν, εγχείριση χρειάστηκα για να ξεκολλήσω τα παπούτσια μου από τα πόδια.

Με άλλα λόγια, άξιζε, αλλιώς γιατί να ξεσηκωθώ μεσοβδόμαδα να τρέχω σε κλαμπ…; Χμ, αυτό δεν είναι επιχείρημα, είμαι από τους ανθρώπους που τους τραβάει όσο τίποτα άλλο το απροσδόκητο, η ξαφνική φιέστα, η ξεχωριστή στιγμή. Αυτό που λέω πάντα στον εαυτό μου είναι «αν μείνω σπίτι, ξέρω τι θα γίνει… αν βγω όμως;». Κάθε ανάμνηση είναι πολύτιμη για τη συλλογή μου, τη συλλογή μου από στιγμές (Προσοχή προσοχή! Μετακραιπαλικές μεταμεθυσιακές σκέψεις ακολουθούν!!!).

Κάποιες φορές νιώθω σαν τον ήρωα του Ρένου Χαραλαμπίδη στα Φτηνά Τσιγάρα, Μια ταινία όπου δε γίνεται τίποτα το ιδιαίτερο – δύο άνθρωποι που συναντιούνται τυχαία και κάνουν βόλτα στην καλοκαιρινή Αθήνα μέχρι τα ξημερώματα – όμως συμβαίνουν τόσα πολλά…

Όπως και εκείνος, έτσι και εγώ είμαι ένας συλλέκτης στιγμών. Και όπως κάθε συλλέκτης, έχω τους αγαπημένους καλλιτέχνες. Αυτούς που ονομάζω «μάγους στιγμών», που είναι ικανοί να σε τρέχουν σε φιέστες μεσοβδόμαδα, να παρακινούν αυθόρμητες συναυλίες σε κλειστά θέατρα, να σε καλούν σε συναντήσεις κάτω από τη βροχή, να σε φέρνουν κοντά στους πιο παράξενους ανθρώπους, να σε βάζουν να χορεύεις σε σκυλάδικα στην εθνική, να σου διαβάζουν άρλεκιν κάτω από τα φώτα του δρόμου, να σε καλούν σε διακριτικές κατασκοπείες με φωσφοριζέ καπέλα και αντίσκηνα παραμάσχαλα (δεν είναι σουρεαλιστικό ποίημα, είναι η ζωή μου).

Πώς τους ξεχωρίζεις; Γίνε λίγο παρατηρητικός. Θα τους δεις να παρατηρούν την αντανάκλαση του κόσμου στην ανάποδη πλευρά ενός κουταλιού, να χαράζουν με τα καλά τους παπούτσια στο χώμα το όνομα του αγαπημένου τους, να ζωγραφίζουν στους τοίχους όταν νομίζουν ότι κανείς δε τους βλέπει, να ξεκινούν για τη δουλειά με το skateboard στο ένα χέρι και το χαρτοφύλακα στο άλλο, να ψάχνουν επί δέκα λεπτά ποιο τραγούδι ταιριάζει να σου βάλουν σε μια πεντάλεπτη διαδρομή με το αυτοκίνητο, να ζωντανεύουν με τα λόγια και τη μουσική τόπους όπου δεν έζησες ποτέ…

Οι «μάγοι στιγμών» είναι άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή σου και την κάνουν λίγο πιο κινηματογραφική. Έρχονται, σκάνε σαν βόμβα και μετά μπορεί να φύγουν το ίδιο ξαφνικά. Το ξέρεις ότι θα ξανάρθουν, αλλά μπορεί και να μη τους ξαναδείς ποτέ. Είναι σαν τον άνεμο. Ή το κύμα της θάλασσας. Ποτέ δε τους πιάνεις, ποτέ δεν ξέρεις τι σκέφτονται. Και πού θα σε βγάλει μαζί τους. Αν σε μαγεύει η στιγμή, είναι ό,τι καλύτερο. Αν θέλεις διάρκεια, μπορεί να σε απογοητεύσουν (ή και όχι, αυτό το απροσδόκητο είναι κομμάτι της γοητείας τους). Μπορείς να βασίζεσαι στη φιλία και τη βοήθειά τους, αλλά όχι και στην διαρκή παρουσία τους.

Και όταν έρθει η στιγμή να φύγουν, πρόσεξε να μείνεις μόνο μέχρι τους τίτλους του τέλους και να μην πας να δεις και το sequel – τα νούμερο δύο δεν είναι ποτέ τόσο καλά όσο η αρχική ταινία, χαλάνε την μοναδικότητα της στιγμής. Να ξέρεις πότε να λες αντίο και να προσπαθείς να μην το παίρνεις κατάκαρδα. Και το αντίο μια στιγμή είναι. Ζήσε την, μη την φορτώνεις με λόγια, βρες μόνο τα σωστά ή δανείσου τα από άλλους:

Θα ήθελα τόσο πολύ να σε εντυπωσιάσω

Η μοναδική μας νύχτα ήταν ξαφνική και σύντομη

Σαν μια μπόρα

Ούτε που πρόλαβα ν’ αρχίσω

Ούτε που πρόλαβα να σου πω τη μοναδική μου ιδιότητα

Είμαι συλλέκτης

Μαζεύω το πιο σκληρό και άγριο πράγμα του κόσμου:

Στιγμές

Όταν έχω αυτό τον ξαφνικό πόθο να πετάξω

Και δεν έχω πού να πετάξω

Κρύβομαι στη συλλογή μου

Γεμάτη καφέδες, μποξέρ, χορευτές, τυχαία αγγίγματα, βρισιές, τρυφερούς παρανόμους, στοές, συναντήσεις, κραυγές

Σιωπές, χωρισμούς, λόγια, λόγια, λόγια…

Έτσι κι αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν αυτά

Η ζωή ξέρει

Και εγώ την εμπιστεύομαι

Είμαι από αυτούς

Που πάντα κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα

(Ρένος Χαραλαμπίδης, «Φτηνά Τσιγάρα»)

Υ.Γ.: Ο τίτλος κανονικά ήταν “This magic moment”, εμπνευσμένος από το Lou Reed, αλλά σήμερα δεν μπορώ να βγάλω το Razzmatazz των Pulp από το μυαλό μου, οπότε το άλλαξα. Πάρτε λοιπόν μια γεύση από Pulp και από Razzmatazz Club (ξέρω, τα μουσικά μου γούστα είναι ολίγον πολυσυλλεκτικά):



Στη φωτογραφία το club Razzmatazz χθες το βράδυ…

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Rock El Casbah!

ENGLISH

Casbah· οχυρό για τους Άραβες, τραγούδι για την ελευθερία από τους Clash ή για το θάνατο από τους Αμερικανούς εισβολείς στον Κόλπο. Και για μένα; Εξαρτάται από το άρθρο. Rock the Casbah: μακρινή ανάμνηση κάποιου που έχει χαθεί κάτω από τη σκόνη του χρόνου. Rock el Casbah: ίσως η αρχή της τωρινής μου τρέλας!

Μπαίνουμε στη μηχανή του χρόνου και πάμε δυο χρόνια πίσω: μια μέρα πριν τις εξετάσεις για την υποτροφία που με έστειλε εδώ που είμαι τώρα. Αντί να διαβάζω το ξενυχτάω στη συναυλία του Racid Taha. Βγαίνει σαν θεός του ροκ, δερμάτινη καμπαρτίνα μέσα στη ζέστη του αθηναϊκού Μάη, μαύρο γυαλί που δεν αποχωρίστηκε στιγμή και παίζει αξέχαστα. Μέχρι να μας αποχαιρετήσει με το Rock El Casbah είχαμε ξημερωθεί σχεδόν και δε μου έμενε ούτε λεπτό για ύπνο. Πήγα άυπνη στις εξετάσεις και αναγκαστικά άφησα το ζήτημα στον αυτόματο πιλότο, δηλαδή το υποσυνείδητο, που ευτυχώς ήξερε τα θέματα των εξετάσεων πολύ καλύτερα από εμένα· έτσι πήρα την υποτροφία και ένα όνειρο ως τότε μακρινό και ασαφές, να ζήσω στο εξωτερικό, ήρθε και ντουπ! προσγειώθηκε στη ζωή μου.

Ελπίζω με αυτή μου την αφήγηση να κατορθώνω να περάσω τη σοφία μου στους νεότερους: δηλαδή να τους διδάσκω πώς να πηγαίνουν να δίνουν εξετάσεις (κουρούμπελα), πώς να εμπιστεύονται το ένστικτό τους όσο και τη λογική (ιδιαίτερα όταν έχουν ξεχάσει τη λογική σπίτι σε κάποιο συρτάρι) και φυσικά πώς να μη χάνουν συναυλία για συναυλία. Και πάνω απ’ όλα να εξηγήσω πώς και γιατί η λέξη “Casbah” μου άλλαξε τη ζωή, όσο να πεις.

Πριν από λίγο καιρό το Casbah έγινε και κάτι ακόμα: η ραδιοφωνική μου παρέα. Μετά από πρόσκληση του Bidibi, ο οποίος ευτυχώς δε μου κρατάει κακία που του έχω κολλήσει αδίκως και παραλόγως το παρατσούκλι Βiribiridibis, χθες το βράδυ στις 12 ώρα Ελλάδος έκανα το ραδιοφωνικό μου ντεμπούτο στο Radio Casbah! Ξεκίνησα με ένα playlist από αγαπημένα τραγούδια, που θα κρατούσε για μια ώρα, όμως οι φίλοι που μου κρατούσαν παρέα με έκαναν να περνάω πολύ ωραία και να μη θέλω να ξεκουμπιστώ, οπότε άρχισα να ψάχνω στο σκληρό και γι’ άλλα τραγούδια. Και να τα τραγούδια που έπαιξα τελικά:

1. Pulp – Stylorock (nights of suburbia)

2. The Κillers – Somebody told me

3. Svinkels – Réveille le punk

4. Gorillaz – Punk

5. Beastie Boys – Sabotage

6. Pixies – Gouge Away

7. The Dandy Warhols – Get Off

8. Franz Ferdinand – Take Me Out

9. Fischerspooner – Never Win

10. Primal Scream – Some Velvet Morning

11. PJ Harvey – Shame

12. Tricky – Diss Never

13. Mano Negra – King of Bongo

14. Sonic Youth – Dirty Boots

15. The Clash – Guns of Brixton

16. Racid Taha – Rock El Casbah

17. Orishas – Mística

18. Gorillaz – Tomorrow Comes Today

19. Δημοσθένης ΓρίβαςBedtime

20. Ladytron – International Dateline

21. Blur – Beetlebum

22. Mano Negra – Le Bruit du Frigo

23. Les Negresses Vertes – Hasta Llegar

24. Antonio Pinto & Ed Cortes – Nem Vem Que Não Tem

25. Tom Waits – Temptation

26. Lou Reed – Walk On The Wild Side

27. Blur – Out Of Time

28. The Stone Roses – I Wanna Be Adored

29. Depeche Mode – Stripped

30. New Order – Blue Monday

31. Gun Club – Sex Beat

Ευχαριστώ πολύ τα παιδιά από την παρέα του Casbah!


Όσο για τη φωτογραφία: κάθε blogger φωτογραφίζει κάτι χειρόγραφο και στη συνέχεια προσκαλεί και άλλους στο παιχνίδι. Ο Bidibis με προσκάλεσε να κάνω και εγώ το δικό μου χειρόγραφο και εγώ προσκαλώ με τη σειρά μου τους NoNickNameToday και Alexander de Querzen. Αν θέλουν ας φτιάξουν τα δικά τους!

As for the photo: every blogger takes a photo of something he/she has written by hand and then invites others to the game. Bidibis invited me to make my own and I invite NoNickNameToday and Alexander de Querzen. They can make their own if they like!