Κυριακή 27 Απριλίου 2008

Έχω και blog, πάμε μια βόλτα;

ENGLISH

Έξω ρίχνει καρεκλοπόδαρα, αλλά πρέπει να την κάνω. Έχω να πάω σε μια συνέντευξη για δουλειά – κι άλλη δουλειά, και άντε να βρω χρόνο για το διδακτορικό μετά. Φτάνω βρεγμένη και συναχωμένη (σε αυτή την πόλη βρέχει τόσο σπάνια, που ποτέ δεν είμαι προετοιμασμένη επαρκώς για οτιδήποτέ άλλο εκτός από λιακάδα), οπότε όλες οι στρατηγικές παρουσίασης πάνε στο βρόντο: ξαφνικά ο κύριος στόχος μου είναι να καταφέρω να μιλάω χωρίς να ρουφάω τη μύτη μου.

Δεν πάει καλά… Ζητάνε κάποιον που να μιλάει ελληνικά και να ξέρει από internet – όλα τ’ άλλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Ως προς το πρώτο καλά, τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική που λέει ο ποιητής (Αμ, πως, διαβάζουμε και ποίηση, δεν είμαστε στραβάδια!), ως προς το δεύτερο όμως οι γνώσεις μου περιορίζονται σε αυτές ενός ατόμου που κάνει απλά χρήση – ή μάλλον κατάχρηση – του internet. Και οι Έλληνες σε αυτή την πόλη δε σπανίζουν, οπότε ο ανταγωνισμός για τη θέση αρκετός, ευχαριστώ και καλή μέρα σας, αυτά που με ρωτάτε δε τα καταλαβαίνω…

Και ενώ τα «χμμμ» και τα «δεν ξέρω» ως απαντήσεις πληθαίνουν και δείχνουν ότι το πράγμα πάει κατά διαόλου, πέφτει η καθοριστική ατάκα: «ξέρετε από blog;»… Χα! Με άνεση Βουτσά στο «έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;», πετάω: «Μα… ΕΧΩ blog!». Σε δύο γλώσσες παρακαλώ – αυτό βέβαια δεν έπρεπε να το πω, γιατί αν διαβάσει τα post μου στα αγγλικά, δε νομίζω ότι θα με βρει και πολύ σοβαρή. Και από εκεί που ένιωθα ένα ασήμαντο μυρμηγκάκι που έχει άγνοια για τα πάντα, ξαφνικά σαν να ψήλωσα 7 πόντους – ξέχασα, ήταν οι θανατηφόρες μπότες που φόρεσα για να προστατευτώ από τη βροχή.

Ποτέ δεν πίστεψα ότι το να έχεις blog θα μπορούσε να σε βοηθήσει σε μια συνέντευξη για δουλειά… Το ξεκίνησα τυχαία, ένα βράδυ που ήθελα να πω κάτι και αποφάσισα να απευθυνθώ στην ιντερνετική κοινότητα. Μετά το βρήκα ως έναν ωραίο τρόπο έκφρασης και το συνέχισα, πάντα όμως είχα το φόβο ότι χάνω πολύτιμο χρόνο με αυτά. Και να που κάποιος το υπολογίζει ως προσόν.

Το θέμα με έβαλε σε σκέψεις: να ένας καλός τρόπος να διαφημίζω τον εαυτό μου. Θα φτιάξω πολλά blog. Ένα για υποψήφιους εργοδότες όπου θα παρουσιάζω τον εαυτό μου ως εργασιομανή με λίγες αξιώσεις στην πληρωμή και ένα για υποψήφιους γκόμενους, όπου θα αυτοπαρουσιάζομαι ως θεϊκή γκομενάρα έτοιμη για ακροβατικά μόλις δει μούσκουλα. Και μόλις κουραστώ από την άσωτη ζωή, θα φτιάξω ένα τρίτο για υποψήφιους γαμπρούς, όπου θα αναλύω την αγάπη μου για το σφουγγάρισμα, το μαγείρεμα και το κέντημα. Καλέ μην τσιμπάτε, πλάκα κάνω (ως προς το κέντημα εννοώ ;) ). Γενικά ό,τι θέλω, θα το κάνω blog και μετά θα δίνω το link σε όποιον με ενδιαφέρει.
Ούτως ή άλλως καιρό τώρα στριφογυρίζει στο μυαλό μου η ιδέα να κάνω ένα blog ανώνυμο, γιατί από αυτό εδώ μπορείτε ψάχνοντας τα links να μάθετε τα πάντα για μένα, από το όνομα και τη φάτσα μου μέχρι τι χρώμα καλσόν φοράω (είναι και αυτό το Photoblog που με εκθέτει). Στο καινούριο μου blog θα αναλύω ό,τι κουλαμάρα μου συμβαίνει στον ερωτικό τομέα, χωρίς να φοβάμαι ότι θα εκθέσω κανέναν και θα φάω ξύλο. Θα δίνω συμβουλές προς γυναίκες και άντρες, τύπου «πάρτε αυτό που θέλετε χωρίς να σας τα πρήζουν»… και να οι επισκέψεις, και να οι προτάσεις για να το κάνω βιβλίο, σήριαλ, ταινία· λέω να πρωτοτυπήσω και να το πω «άβυσσος (η ψυχή των αντρών) εντ δε σίτυ» - και τα υπόλοιπα θα πάρουν το δρόμο τους: δεν είναι και λίγοι οι blogger που άλλαξαν ζωή χάρη στα blogs τους, δείτε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ...

Προς το παρόν πρέπει κάποια στιγμή να συγυρίσω τις σελίδες μου όλες σε μία γιατί τώρα είναι ένας αχταρμάς, αλλά πού να βρω χρόνο… Βλέπετε, βρήκα καινούρια δουλειά ;)

Υ.Γ.1: Τη στιγμή που κολλάω αυτό το ποστ συνειδητοποιώ ότι πέρασε ένας χρόνος από το πρώτο ποστ στο blog...

Υ.Γ.2: Και μιας και θυμήθηκα το Βουτσά...


Η σημερινή φωτογραφία άσχετη αλλά σχετική: Είναι Πάσχα και είπα να δηλώσω την αλληλεγγύη μου σε όλα τα συμπαθή ζωντανά που πέφτουν στα πιάτα των κατσικοφάγων…

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Δεσποινίς ετών 29

ENGLISH

Βραδινή έξοδος με τη Μαλού στη Ραβάλ, και το ένα (ποτό) φέρνει το άλλο, αποφασίζουμε να πάμε με κάτι φίλους σε ένα κλαμπάκι εκεί κοντά, ονόματι “les enfants”. Οκ, τα γαλλικά μου δεν είναι και τέλεια, αλλά ήξερα τι σήμαινε αυτό. Δεν πίστεψα όμως ότι θα είναι «τα παιδιά» όνομα και πράγμα: το μαγαζί τίγκα στην πιτσιρικαρία. Επειδή όμως είμαι γκόμενα παντός καιρού και επιπλέον η μουσική μου άρεσε, ξεχύθηκα στην πίστα να κάνω τα τρελά μου.

Εκεί που έπαιζε το Push it των SaltnPepper και εκτελούσα με επιτυχία τη χορευτική φιγούρα «κούνα τον κώλο χαμηλά και τέντωσέ τον την ώρα που κουνάς το στήθος μέσα έξω» τραγουδώντας μες την καλή χαρά, κατανοώ ότι οι υπόλοιποι γύρω μου δε φαίνονται και τόσο εξοικειωμένοι με το τραγούδι. Και ξαφνικά έρχεται η συνειδητοποίηση: δεν ξέρουν το τραγούδι γιατί οι περισσότεροι από αυτούς… οι περισσότεροι από αυτούς… (Ω! Φοβάμαι να το ξεστομίσω) ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1990!!!

Έντρομη ρωτάω το Τ.Π. (Τρελό Πιπίνι) που χόρευε μαζί μου πότε γεννήθηκε. «Το 1987» μου απαντάει, γλιτώνοντάς με τελευταία στιγμή από καρδιακό επεισόδιο – έχουμε τα χρονάκια μας βλέπετε. «Τη χρονιά που βγήκε αυτό το τραγούδι…» του πετάω ατυχώς και άντε να το μαζέψω μετά… Τώρα τι να πω; «Ξέρεις, αυτό το τραγούδι το άκουγε η γιαγιά μου, εγώ προσωπικά δε το θυμάμαι»; Η φοβερή αλήθεια δεν μπορεί να αποσιωπηθεί: γεννήθηκα τη δεκαετία του 1970!!! Εντάξει, στο τέλος της, αλλά στη δεκαετία του ’70 παρόλα αυτά… περίπου 9 μήνες μετά τους σεισμούς του καλοκαιριού του 1978 - οι οποίοι παρεμπιπτόντως πρέπει να επέδρασαν θετικά στη λίμπιντο του κόσμου, γιατί γνωρίζω αρκετούς στη Θεσσαλονίκη που γεννήθηκαν την άνοιξη του 1979.

Πάντα έκανα παρέα με μεγαλύτερους και το «είσαι μικρή ακόμα» ήταν η επωδός κάθε φορά που ήθελα να τους ακολουθώ σε μπαρ και κλαμπ, να όμως που μερικά χρόνια αργότερα βρίσκομαι με χάσμα γενεών απέναντι σε μια γενιά που είχε κινητά και internet από τα γεννοφάσκια της.

Με καταλαβαίνετε; Για να δούμε…

Αν αρχίσατε να μιλάτε όταν στην εξουσία ανέβαινε ο Παπανδρέου, ο Mitterrand ή ο Gonzalez

Και όταν πήγατε σχολείο στους χάρτες έγραφε «ΕΣΣΔ» και «Γιουγκοσλαβία»

Αν δε σας άφηναν να παίζετε έξω όταν εξερράγη το Chernobyl από το φόβο της ραδιενέργειας…

Και πανηγυρίσατε τη νίκη της Ελλάδας στο Eurobasket του 1987 ακούγοντας το «Final Countdown»

Αν βλέπατε τα Στρουμφ, το Niels Hogelson και την Candy Candy (στα δύο και μοναδικά κανάλια της κρατικής τηλεόρασης)…

Και διαβάζατε τις περιπέτειες του Μικρού Νικόλα και τους Μυστικούς 7 αντί για Harry Potter

Αν ερωτευτήκατε για πρώτη φορά λίγο μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου…

Και πέσατε σε μελαγχολία τη μέρα που πέθανε ο Kurt Cobain

Αν γίνατε grunge και πετάξατε τα μαλλιά πάνω στο πρόσωπο…

Φορώντας All Star, Doc Martins ή Stan Smith, πάντα με μπουφάν fly και καρό πουκάμισο (ευτυχώς τα All Star επιστρέψανε!)

Αν είδατε τις αλάνες όπου παίζατε να γίνονται τσιμέντο και γκρίζοι τοίχοι

Που γρήγορα καλύφθηκαν με graffiti και street art

Αν γράφατε κασέτες με τους Radiohead, τους Blur, τους Pixies

Kαι αγοράζατε με το χαρτζιλίκι σας δίσκους βινυλίου

Ή τρέχατε σε rave και ακούγατε Ρrodigy πριν γίνουν μεγάλοι και τρανοί (είχαν έρθει και στη γειτονιά μου θυμάμαι…)

Αν είδατε σε συναυλία τους U2, το Moby ή τους Portishead

Και δε χάνατε ούτε ένα live από τις Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά ή τους Stereo Nova

Αν πήρατε το πρώτο σας CD μετά τα 14 (τα DVD ήρθαν πολύυυυ αργότερα)…

Και χρησιμοποιήσατε υπολογιστή για πρώτη φορά στην εφηβεία (δεν είχε καν Windows!)

Αν βλέπατε μπροστά σας τουβλάκια μέρα νύχτα παίζοντας tetris

Και ξενυχτούσατε ακούγοντας ραδιόφωνο με το walkman κάτω από τα παπλώματα

Αν περιμένατε πάνω από το τηλέφωνο για να σας πάρει ο έρωτας ή η παρέα (τι εννοείτε ποιο τηλέφωνο; Μόνο σταθερό υπήρχε!)…

Και βγήκατε με λίγες δραχμές, πεσέτες, λιρέτες, φράγκα, κορώνες στην τσέπη

Αν διαβάσατε μονορούφι το «Trainspotting”…

Και στηθήκατε στην ουρά του κινηματογράφου για να δείτε το «Mίσος»

Αν βγήκατε να διαδηλώσετε κατά της παγκοσμιοποίησης…

Τραγουδώντας το Clandestino του Manu Chao

Αν κατεβάζατε τραγούδια από το Νapster με dial-up σύνδεση (μας την παρείχε δωρεάν το πανεπιστήμιο και έκανες τουλάχιστον 20΄ για να συνδεθείς!)…

Και αποκτήσατε e-mail τα πρώτα χρόνια στο πανεπιστημίου

Αν σας απασχόλησε ο ιός του millennium

Αλλά το υποδεχτήκατε σε κάποιο κλαμπ με πολλή φασαρία

Αν αποκτήσατε κινητό τελειώνοντας το πανεπιστήμιο (μα δεν καταλάβαινα τη χρησιμότητα!) …

Και είδατε την 11η Σεπτέμβρη σε live αναμετάδοση την ώρα που πακετάρατε ή ξεπακετάρατε τις βαλίτσες σας για το Erasmus

Αν η επέκταση της Ευρωπαϊκής ένωσης σας πέτυχε την ώρα που αναρωτιόσασταν για επόμενό σας βήμα (σπουδές, δουλειά, φυγή στο άγνωστο)…

Και ακόμα δεν έχετε καταλήξει για το πού θα σας βγάλει η ζωή σας

Αν έχουν αρχίσει οι φίλοι των γονιών σας να ρωτάνε «εσύ πότε με το καλό»…

Αλλά νιώθετε πολύ ανώριμοι για να φερθείτε σαν τους «μεγάλους»

Και πολύ ώριμοι για να πιστέψετε ότι ο έρωτας μπορεί να κρατήσει για πάντα

Αν έχετε μάθει από προσωπική πείρα ότι «οι άνθρωποι δεν αλλάζουν» και άλλες τέτοιες κλισέ φράσεις…

Αλλά εκπλήσσεστε όταν η πραγματικότητα τις διαψεύδει

Αν βλέπετε το σώμα και το πρόσωπό σας στα καλύτερά του…

Όμως ξέρετε ότι οι πρώτες ρυτίδες βρίσκονται καθ’ οδόν

Αν ξέρετε πια να πατάτε στα δυο σας πόδια...

Κοιτώντας όμως ακόμα ψηλά, στο όνειρο

Τότε θα είστε γύρω στα 29… σαν εμένα.


Υ.Γ. Ο τίτλος είναι παράφραση της κωμωδίας του Αλέκου Σακελλάριου «Δεσποινίς ετών 39»... Και για να θυμηθούμε και μια oldschoolιά:


Στη φωτογραφία graffiti από το Γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς… Είπαμε, από το γήπεδο περνάω μόνο για τα graffiti!

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Πίστευε ή μη… πάντως ερεύνα

ENGLISH

Πάσχα στη Βαρκελώνη. Ολίγον άχρωμο. Ούτε τα πυροτεχνήματα του ελληνικού Πάσχα (που είναι σε ένα μήνα από τώρα) ούτε οι πομπές του ισπανικού. Αν και δεν πιστεύω, πρέπει να παραδεχτώ ότι το Πάσχα μου αρέσει σαν γιορτή· μακριά από το κιτς και τη χαρά-με-το-στανιό των Χριστουγέννων, έχει μια μελαγχολία και ένα μυστικισμό που προέρχεται από τα βάθη του χρόνου· πολύ πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού, την εποχή αυτή με τις ίδιες πομπές θρηνούσαν το θάνατο και γιόρταζαν την αναγέννηση της φύσης κατά την άνοιξη. Η πίστη άλλαξε, οι τελετές παρέμειναν, ίσως και κάτι από την ουσία του πράγματος: η υπενθύμιση της ζωής και του θανάτου.

Εγώ δηλώνω «αγνωστικίστρια», δηλαδή αν μου κάνανε γκάλοπ στο δρόμο για την πίστη, θα τσέκαρα το κουτάκι «δεν ξέρω / δεν απαντώ».

Μου φαίνεται τόσο εύκολο να πιστέψεις σε κάτι τέλειο, ανώτερο, δυνατό και να εναποθέσεις όλες τις εξηγήσεις και ελπίδες σε αυτό. Ποτέ δε θα σε απογοητεύσει, ποτέ δε θα σε διαψεύσει. Αρκεί να πιστέψεις και βρίσκεις τις αιτίες και τις αποδείξεις για να στηρίξεις την πίστη σου. Όποτε θέλεις κάτι, προσεύχεσαι και το ζητάς και άμα δε σου έρθει «δεν ήταν θέλημα θεού». Εύκολο. Όμως σε μένα δεν αρέσουν τα εύκολα…

Σέβομαι όμως τις πεποιθήσεις των άλλων και προσπαθώ να μην είμαι δύσπιστη, να σκέφτομαι πριν αντικρούσω, να ψάχνω πριν απορρίπτω. Έτσι και χθες, που μου έλεγε μια φίλη μου ότι βρήκε όλες τις απαντήσεις στην αστρολογία. Πρώτη αντίδραση: "Γιατί σώνει και καλά πρέπει να έχω παρόμοιο χαρακτήρα με κάποιον που γεννήθηκε την ίδια μέρα και ώρα με μένα;". Παρόλα αυτά φτιάχνω καφέ και ψάχνω το ζώδιό μου… «Η υπερβολική κατανάλωση καφέ θα βλάψει την υγεία σας» γράφει… Καλέ, πού το είδε αυτό το μέντιουμ, στα άστρα ή στο φλιτζάνι;

Η αγαπημένη μου γιαγιά έβλεπε το μέλλον στο φλιτζάνι του καφέ. Και έκανε μάγια διαφόρων ειδών, για να μας προστατέψει από το «κακό μάτι», κάτι που μου φαινόταν πολύ διασκεδαστικό.

Οι περισσότεροι Έλληνες πιστεύουν στο «κακό μάτι», δηλαδή ότι κάποιος μπορεί να σε κοιτάξει περίεργα και να σε πιάσει πονοκέφαλος (σαν αυτόν που έχω όλη μέρα σήμερα, ωωωωχ!) ή να πάθεις οτιδήποτε. Αν τολμήσεις να πεις ότι δεν πιστεύεις, σου λένε ότι «δε σε πιάνει, γι’ αυτό». Και εγώ βέβαια αντιγυρίζω «και εσείς πιστεύετε, γι’ αυτό σας πιάνει»… Η εξήγηση απλή: αυθυποβολή.

Αυθυποβολή και αυταπάτη. Αν σε αυτήν προσθέσετε και ένα γερό μίγμα χημικών αντιδράσεων στον εγκέφαλο, τι έχουμε; Έρωτα.

Κάποτε πίστεψα στον ένα και μοναδικό, απόλυτο και αιώνιο έρωτα. Επειδή ήμουν ερωτευμένη. Για αρκετά χρόνια τον ζούσα, τέλειο και αναλλοίωτο. Μετά έφαγα μια σφαλιάρα και ξύπνησα. Στην σκληρή πραγματικότητα: μπορεί να αγαπάς κάποιον αλλά να μην μπορείς να μείνεις μαζί του, μπορεί να σε εκπλήξει, να σε απογοητεύσει και να πρέπει να τον βγάλεις από τη ζωή σου και να συνεχίσεις, ακόμα και αν τα αμοιβαία αισθήματα παραμένουν.

Τώρα πια βλέπω τα πράγματα καθαρά και ξέρω ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα, βέβαια βαθιά μέσα μου γνωρίζω ότι αν έρθει ο έρωτας ξανά η λογική θα πάει περίπατο!

"Έρωτας ή τίποτα"… το σύνθημα της φίλης μου που είναι ερωτευμένης. Μόλις μου το είπε ευθύς μου ήρθε οίστρος και έγραψα ποίημα. Όχι για τον "έρωτα", αλλά για το "τίποτα", γιατί δύσκολα ερωτεύομαι.

Όπως βλέπετε η τέχνη κατέχει σημαντικό κομμάτι στη ζωή μου, όχι τόσο σαν προσωπική δημιουργία (ασχολούμαι με όλα και από λίγο και σε τίποτα δεν είμαι ιδιαίτερα καλή), όσο σαν πηγή έμπνευσης, συγκίνησης, πνευματικής διέγερσης μέσα από το έργο των άλλων.

Τελευταία όμως ένιωσα να με απογοητεύει, να με εγκαταλείπει, δε μ’ ενδιέφερε πια… Είπα θα τα παρατήσω… Όμως ένας στίχος, μια μελωδία, μια επίσκεψη σε εκθέσεις και αποφάσισα να πιστέψω και πάλι. Στην τέχνη άρα και στη δουλειά μου, που είναι άμεσα εξαρτημένη από αυτήν – και την είχα αφήσει πίιιιιισω! Εξακολουθώ να έχω τις στιγμές αμφιβολίας και απογοήτευσης, αλλά δεν μπορώ να βρω κάτι που να με συγκινεί περισσότερο, οπότε επιμένω.

Πιστεύω στην τέχνη γιατί εκφράζει το πνεύμα και την ψυχή του ανθρώπου. Και με ενδιαφέρει οτιδήποτε έχει σχέση με αυτόν. Όταν με ρωτάνε αν πιστεύω στο θεό, απαντώ «εγώ πιστεύω στον άνθρωπο». Στον άνθρωπο που μπορεί να καταστρέψει και να αυτοκαταστραφεί, να σε κοιτάει κατάματα και να λέει ψέματα, να σε απογοητεύσει, να σε πληγώσει, να φύγει και να σε ξεχάσει. Είναι όμως εδώ, μπορείς να τον δεις, να τον μυρίσεις, να τον αισθανθείς, να τον αφήσεις να σου αλλάξει τη ζωή ή να τον προσπεράσεις. Το να πιστεύεις σε αυτόν σημαίνει να πιστεύεις στον εαυτό σου.

Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα…

Στη φωτογραφία ένα graffiti της Miss Van, σε ένα τοίχο στο Raval...

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

[Virtual] Alter Ego

ENGLISH

Πάει ένας χρόνος τώρα που αποφάσισα να κάνω προφίλ στο Myspace . Τα κίνητρα σοβαρά: μόλις είχε κάνει ο κολλητός+συγκάτοικος το δικό του και παραπονιόταν ότι μόνο τον Tom είχε φίλο. Οπότε μπήκα και εγώ να γίνουμε πολλοί. Η πρόκληση μεγάλη: μέσα σε μια σελίδα να συνοψίσεις ποιος είσαι (ή ποιος θα ’θελες να είσαι) τι σου αρέσει, τι θέλεις από τη ζωή… ή μάλλον τη virtual ζωή σου. Μέσα σε λίγη ώρα πήρε σάρκα και οστά… ή μάλλον καλύτερα pixel και bite ένα alter ego. Εικονικό.

Άρχισε να κοινωνικοποιείται ταχύτατα: μέσα σε λίγη ώρα δέχτηκε αιτήσεις για φιλία. Το θεώρησα χρέος μου να τις εξετάσω προσεκτικά και να απαντήσω στα μηνύματα ένα προς ένα (καλά, μόνο δύο ήταν, δεν ήταν και τόσος κόπος). Πράγμα που δεν ξαναέκανα σχεδόν ποτέ· γιατί έρχονταν σε τέτοια συχνότητα και πυκνότητα, που κινδύνευα να μου τρώει το virtual alter ego μου όλο και περισσότερο χρόνο από την προσωπική μου ζωή· είχα προλάβει όμως στο μεταξύ να κάνω καμιά δεκαριά virtual γνωριμίες και μία πραγματική… Στη συνέχεια το alter ego μου άρχισε να μεγαλώνει· να γνωρίζει ολοένα και περισσότερους φίλους – αυτό τον καιρό έχει καμιά 200αριά από τους οποίους μόνο 20 είναι κοινοί με τους δικούς μου- να αλλάζει τραγούδια, χρώματα και εικόνες, να κλέβει φωτογραφίες από την προσωπική μου ζωή και να τις παρουσιάζει σαν πραγματικές εμπειρίες του, να σκίζει σελίδες από τις σημειώσεις μου και να τις παρουσιάζει σαν σκέψεις δικές του, να μαθαίνει να μιλάει τα πρώτα του ελληνικά στο Blogspot, να ανταλλάσσει ιδέες σε ιντερνετικά forum, να βρίσκει άλλους φίλους στο Facebook.

Κάποιες φορές οι δρόμοι μας διασταυρώνονταν στο internet, κάποιες φορές στην πραγματική ζωή· μου έχει τύχει να με συστήσουν σε έναν άγνωστο και να του δηλώσω ότι «ναι, σε ξέρω, είμαστε φίλοι στο MySpace». Τελικά, όσο και να απέρριπτα την ιδέα να αφιερώνω χρόνο σε αυτό τον άλλο μου εαυτό, κάποιες φορές τροφοδοτούσε τη ζωή μου· αν και συνήθως αυτός ήταν που έπαιρνε τροφή από τη δική μου.

Ανοίγω την τωρινή σελίδα μου: η θάλασσα που κολυμπάω το καλοκαίρι στο φόντο, κάποιες από τις ταινίες και τα βιβλία που αγάπησα στα ενδιαφέροντα, μια φωτογραφία μου όλο νάζι σε πρώτο πλάνο, κάποιοι από τους φίλους μου στην πρώτη σελίδα. Στέκομαι και το κοιτάω: τι σχέση έχει αυτό με μένα; Είναι ο καθρέφτης μου ή η σκιά μου;

Προκειμένου να καταλάβω, αποφασίζω να κάνω μια περιοδεία στα προφίλ φίλων που γνωρίζω πραγματικά· μπορώ να δω πτυχές τους σε αυτά, πράγματα που άγνωστοι δε θα καταλάβαιναν… Ο αγαπημένος του στίχος σαν μότο, το αγαπημένο της τραγούδι σαν ήχος, ο λατρεμένος της φραπές σαν σύμβολο, οι ιδέες του σε πρώτο πλάνο, ο αγαπημένος του τόπος διακοπών στο φόντο, το δίκαια μοιρασμένο πάθος της για κουλτούρα και υποκουλτούρα φάτσα φόρα (μα πορνοστάρ δίπλα δίπλα με καλλιτέχνες στους top friends;). Όλοι βγάζουν κάτι από το πάθος και την τρέλα τους στο virtual πρόσωπό τους.

Αλλά κανείς μας δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια σελίδα. Κατά κάποιο τρόπο το virtual alter ego είναι ένας κλώνος που είναι παντού και πουθενά, που μας επιτρέπει να είμαστε τόσο μακριά και τόσο κοντά στους φίλους μας – και να δηλώνουμε την παρουσία αυτή με σύντομα σχόλια ή μηνύματα.

Κοιτάζοντας τα virtual alter ego ποτέ δεν μπορείς να γνωρίσεις στ’ αλήθεια τους ανθρώπους που τα φτιάχνουν… αλλά μπορείς να φανταστείς πώς είναι: Άνθρωποι πίσω από μια οθόνη. Όπως εγώ και συ.

Υ.Γ.: Η πρώτη σελίδα που έκανα είχε πρόβλημα και αναγκάστηκα να την ξαναφτιάξω από την αρχή, λίγες ώρες αργότερα, ολόιδια με την πρώτη. Όμως, επειδή δεν κατάφερα να κατεβάσω αυτή τη σελίδα, υπάρχει ακόμα και μπορείτε να δείτε το πρώτο προφίλ μου. Κάπως έτσι λοιπόν με γνωρίσατε πριν από ένα χρόνο: prwto_profil


Στη φωτογραφία μερικά από τα virtual alter ego μου...

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Κάμερα... Φώτα... Πάμε!

ENGLISH

Τις τελευταίες μέρες αποφάσισα να ασχοληθώ με τη βιομηχανία του κινηματογράφου, λέμε τώρα. Ή μάλλον η βιομηχανία του κινηματογράφου αποφάσισε να ασχοληθεί μαζί μου.

Πρώτη εισβολή: ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Ξεκινήσαμε με τους φίλους στη σχολή να γυρίσουμε ένα βίντεο για έναν καλλιτέχνη, ομαδική εργασία, και ξέρετε πώς είναι αυτά, επειδή τους ειδικούς τους ψάχνεις και δε τους βρίσκεις, αποφάσισα να αναλάβω το κομμάτι του μοντάζ, της μουσικής επένδυσης, των ποπκόρν στο σινεμά κτλ κτλ. Το φταίξιμο δικό μου, έχω την κακιά συνήθεια όταν βλέπω ο κόσμος να μην ξέρει τι να κάνει, να λέω «άστο σε μένα, μπορώ» και ας μην ξέρω την τύφλα μου… Έτσι μαθαίνεις, κολυμπώντας στα βαθιά. Μόνο που κόντεψε να με πνίξει η δουλειά… Πέρασα μέρες ολόκληρες με το καταραμένο το μοντάζ να ψάχνω το δευτερόλεπτο που πρέπει να αλλάξει πλάνο, το ρυθμό που θα επενδύσει το βίντεο… Εμείς βέβαια θέλαμε να βάλουμε κάτι απαλό και ανάλαφρο, οπότε το πρώτο μοντάζ το έκανα με τους ήχους των Prodigy. Το πηγαίνω στην καθηγήτρια, που μετά από το πρώτο σετ νταμπα-ντουμπα-νταμπα-ντουμπα-νταμπα-ντουμπα χάνει το χρώμα της και μας ζητάει ευγενικά μεν, επίμονα δε, να το αλλάξουμε με κάτι λίιιιγο πιο μελωδικό (δεν καταλαβαίνω, δεν έχουν μελωδία οι Prodigy;) τύπου Michael Nyman. Ποιος είναι αυτός; Σκεφτείτε το soundtrack από τα «Μαθήματα πιάνου» και θα καταλάβετε το χάσμα των απόψεων… Τελικά συμβιβαστήκαμε να αλλάξουμε τη μουσική και να βάλουμε κάτι από soundtrack μεν, Matrix δε, και να το μιξάρουμε με την πιο πρωτοποριακή πλευρά του Nyman, ξέρετε, από την εποχή εκείνη που έπαιζε μπάσο στους Linkin Park. Τι; Δεν έπαιξε ποτέ μαζί τους; Ε, καλά, μη το πείτε στην καθηγήτριά μου, τώρα το τελείωσα το μιξ με Linkin Park και θα είναι κρίμα να το ξαναπιάσω από την αρχή. Όλως παραδόξως το αποτέλεσμα ήταν αρκετά ικανοποιητικό, μάλιστα εμφανίζομαι και εγώ σε δυο-τρια πλάνα, να περνάω ανέμελα μπροστά από το έργο του καλλιτέχνη…

Όμως, αυτή δεν ήταν η μόνη μου προβολή (και προσβολή) στην έβδομη τέχνη, αλίμονο! «Χρειάζομαι ηθοποιό για ένα γύρισμα», μου λέει η φίλη μου η Μαλού που σπουδάζει κινηματογράφο και με παρακαλάει να πάω. Εγώ σκέφτομαι, δε βαριέσαι, τι έχω να χάσω και πηγαίνω. Για χαβαλέ κυρίως. Το προηγούμενο βράδυ πίναμε μπύρες με τη σκηνοθέτιδα και με ρωτάει αν έμαθα το ρόλο μου… «Τον ποιόν;». Εννοείται πως δεν είχα διαβάσει τίποτα. Φτάνω στις 5 στο σπίτι και πάω να διαβάσω. Αδύνατον, νύσταζα, ξεραίνομαι στον ύπνο και πάω την άλλη μέρα στα γυρίσματα αδιάβαστη. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Είμαι μια φτωχιά κουτσή και ταλαιπωρημένη, που κουβαλάει ένα μπαούλο και πιάνει ψιλή κουβέντα και χοντρό καυγά με έναν περαστικό. Καταφθάνω στο σετ, δηλαδή σε ένα δρομάκι του Gotico -το πιο έρημο που μπορέσαμε να βρούμε κυριακάτικα- ντυμένη σύμφωνα με το ρόλο μου: μπότες, μακιγιάζ, φούστα, όπως έπαιζε τη φτωχιά η Βουγιουκλάκη δηλαδή. Και γιατί να είμαι πειστική; Εξάλλου το όσκαρ το έχω πάρει από το 2005 κιόλας (βλ. post Νοεμβρίου για Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) Άσχετη από ηθοποιία, ήταν και στα ισπανικά, τραγωδία. Και τότε ξυπνάει η ντίβα μέσα μου: «Αποκλείεται!», δηλώνω «Θέλω να παίξω στη γλώσσα μου!» και η σκηνοθέτιδα απελπισμένη συμφωνεί να μου κάνει το χατίρι να το πούμε στα ελληνικά… Πράγμα που υποχρέωνε τον συμπρωταγωνιστή μου να μιλήσει στα καλά καθούμενα μια γλώσσα που αγνοούσε εντελώς, πλην του «καλημέρα, σ’ αγαπώ». Όμως, άμα είσαι πρακτικός άνθρωπος κάτι τέτοιες δυσκολίες ξεπερνιούνται εύκολα: κολλήσαμε το χαρτί με τα λόγια πάνω στη φάτσα μου, ώστε να διαβάζει τις ατάκες αλλά να φαίνεται σαν να με κοιτάει στα μάτια – το κόλπο έπιασε, αλλά αναγκάσαμε την σκηνοθέτιδα να με παίρνει από την πλάτη όποτε μιλούσε αυτός, για να μη φαίνεται η μετάλλαξή μου σε τεφτέρι. Όχι ότι εγώ τα έλεγα απέξω… ακόμα και διαβάζοντας στη γλώσσα μου, τα σαρδάμ μου ήταν άπειρα (το ξενύχτι που λέγαμε), ο κόσμος περνούσε και έκανε χαβαλέ, ανυποψίαστοι τουρίστες έμπαιναν στο πλάνο με ένα χάρτη στο χέρι να ψάχνουν το δρόμο, πανηγύρι. Λίγες μέρες μετά είχα τα αποτελέσματα: η ντροπή όλη δική μου! Ήρθε η σκηνοθέτιδα σπίτι μου να την βοηθήσω να βάλουμε υπότιτλους. Ο ρόλος γελοίος και το παίξιμό μου ακόμα χειρότερο! Στο μοντάζ είχαν κοπεί τα μισά λόγια, με αποτέλεσμα σουρεαλιστικό: «Θέλετε να σας βοηθήσω;» «Είμαι μια γυναίκα φτωχή και ανάπηρη, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μπορώ να ανέχομαι τις προσβολές σας!» . Τώρα ένα μόνο φοβάμαι… μη βγει το αποτέλεσμα στο youtube!

Στη φωτογραφία σκηνή από την εν λόγω ταινία!

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

I don’t know why you say goodbye, I say hello

ENGLISH

Χθες αποχαιρέτησα τη LuV... Η κατανάλωση σοκολάτας στο σπίτι έπεσε κατακόρυφα· ο Chico Buarque σταμάτησε να μας τραγουδάει τις μποσανόβες του· η απουσία της από συζητήσεις, κραιπάλες, γέλια έγινε άμεσα αισθητή. Αν και θα λείψει για λίγους μήνες, της ετοιμάσαμε μια μεγαλόπρεπη τελετή αποχαιρετισμού που κράτησε μέρες: ξεκίνησε φυσικά με φιέστα, συνεχίστηκε με βόλτες στην πόλη, τραπεζώματα, και κατέληξε μετά από μια μεγαλειώδη πομπή υπό τους ήχους της σάμπα στο αεροδρόμιο· εκεί σταθήκαμε με ευλάβεια όλη η παρέα να μυρίσουμε tiger balm (είναι ένα σουρεαλιστικό αστείο που κρατάει μήνες) και αφού πασαλειφτήκαμε με αυτό, με γέλια και φιλιά φύγαμε.

Αποχαιρετισμός-γιορτή! Επιλέξαμε να γιορτάσουμε τις τελευταίες στιγμές μαζί παρά να στεναχωρηθούμε για τους μήνες που θα περάσουμε χώρια. Γενικά προτιμώ να αποχαιρετώ με χαμόγελο. Βέβαια κάθε αποχαιρετισμός ενέχει μια δόση θλίψης – μικρή ή μεγάλη, ανάλογα με το ποιόν αποχωρίζεσαι και για πόσο καιρό.

Και κάποιες φορές η θλίψη είναι δυσβάσταχτη, όταν λες «γεια» όμως ξέρεις μέσα σου ότι είναι «αντίο για πάντα». Η στιγμή που το λες αυτό το «αντίο» είναι δραματική και το κενό της απουσίας χάσκει για πολύ καιρό. Χωρίς να ξεχνάς και χωρίς να σταματάς να πονάς κάθε φορά που θυμάσαι, απλά με τον καιρό αφήνεις άλλους ανθρώπους να μπουν στη ζωή σου και να την αλλάξουν.

Και έρχονται χωρίς να το συνειδητοποιήσεις: κάποτε σκάνε σαν βόμβα μπροστά σου, άλλοτε βρίσκουν άνοιγμα και τρυπώνουν αθόρυβα, για να σε γεμίσουν σιγά σιγά με αυτό που είναι. Άλλες φορές εξαφανίζονται απότομα και υπάρχουν φορές που ξέρεις από την αρχή ότι αργά ή γρήγορα θα φύγουν…

Πάνε λίγοι μήνες που τα πίναμε σε ένα μπαρ στη Joaquin Costa με μια φίλη που μένει πολλά χρόνια στη Βαρκελώνη. «Βαρέθηκα να αποχαιρετώ κόσμο», μου είπε. Εγώ σχετικά νεοφερμένη στην πόλη, δεν είχα πάρει χαμπάρι κάτι που αυτή είχε ήδη ζήσει πολύ έντονα· οι άνθρωποι στη Βαρκελώνη έρχονται για λίγο καιρό, ζουν, δημιουργούν, δένονται και μετά φεύγουν, είτε για τη χώρα τους είτε για άλλους προορισμούς – άμα κάνεις το βήμα και φύγεις από τον τόπο σου μια φορά μετά είναι πιο εύκολο να το ξανακάνεις.

Αυτό που είναι μια από τις ομορφιές της πόλης, η διαρκής κίνηση των ανθρώπων, η μετάγγιση νέου αίματος στις φλέβες της, μπορεί να γίνει βάρος, όταν μένεις πίσω και τους βλέπεις να φεύγουν.

Ήδη στον ένα χρόνο που είμαι εδώ τα πηγαινέλα ήταν τόσα· και κοιτάζοντας μπροστά στους μήνες που θα έρθουν βλέπω να έρχονται και άλλα…

Ας είναι· οι αποχαιρετισμοί αυτοί ακόμα δε με βάρυναν· προτιμώ να αφήνομαι να δένομαι και μετά να λέω «αντίο» και προτιμώ να πιστεύω ότι το «αντίο» δεν είναι για πάντα και ότι η επόμενη συνάντηση δε θ’ αργήσει. Ανάμεσα στη θλίψη του αποχαιρετισμού και την χαρά της επόμενης συνάντησης, έρχεται μια γλυκιά νοσταλγία για τις στιγμές που έζησες με τον άλλο, την οποία η LuV χωράει σε μια λέξη: saudade!

Υ.Γ.: Ο τίτλος είναι από τους Beatles.

Στη φωτογραφία το αξέχαστο tiger balm. Σύνδρομο στέρησης θα μας πιάσει τώρα που δε θα έχουμε, το πήρε μαζί της η άκαρδη!

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Δευτέρα κάτι έχω...


ENGLISH

Τι μέρα και αυτή! Αρχή της εβδομάδας, δουλειά και πάλι! Μισώ τη δουλειά μου τη Δευτέρα. Την Τετάρτη όχι και τόσο, την Πέμπτη καθόλου. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω. Ωχ τι πετριά ήταν αυτή; Ποιος στο καλό… Α, ναι, αυτός εκεί στο βάθος που απολαμβάνει τη δουλειά… Τι λέει; «Η δουλειά σου είσαι εσύ». Ωχ, μ’ έστειλε, τι το ήθελα το chat πρωινιάτικα…

Το σκέφτομαι για λίγα δευτερόλεπτα και του δίνω τα δίκια, πριν φύγω τρέχοντας για το σταθμό του τρένου. Εκεί, με το κεφάλι μου ακόμα να πονάει από την κοτρώνα (εντάξει, ήταν τα κρασιά που είχα κατεβάσει το βράδυ της Κυριακής), παρατηρώ τις φάτσες. Η ημέρα των ζωντανών νεκρών: όλοι με το βλέμμα χαμένο, κακόκεφοι, σιωπηλοί, ακίνητοι μέχρι να φτάσει το τρένο και να μπουν με μηχανικές κινήσεις σαν κουρδισμένα παιχνίδια. Ανατριχιάζεις να τους βλέπεις και μόνο, μπρρρ… Η δουλειά τους είναι αυτοί;

Και εγώ που κάνω τόσα διαφορετικά πράγματα, τι απ’ όλα είμαι τελικά: η δουλειά που κάνω για να βγάζω τα μισά προς το ζην ή η άλλη που αγαπώ, που κρατάει στη σκέψη μου σε εγρήγορση και μου τρώει σχεδόν όλο το χρόνο (χωρίς όμως να αποφέρει όσα χρειάζομαι…); Ή μήπως όλα αυτά τα σχέδια που προσπαθώ να υλοποιήσω και να κάνω πραγματικότητα ώστε να εκτονώσω τη δημιουργική μου πλευρά (τα οποία προς το παρόν μου παίρνουν χωρίς να μου δίνουν); Σχιζοφρένεια σκέτη…

Σίγουρα οι δουλειές που επιλέγω από πάθος και όχι από ανάγκη αντιπροσωπεύουν σε μεγάλο βαθμό τα όνειρα και τις φιλοδοξίες μου, τις προσδοκίες και τα σχέδιά μου, τη ζωή που θέλω να δημιουργήσω και να ζήσω. Όλα αυτά είναι εγώ, ένα κομμάτι μου όμως, και υπάρχουν τόσα πολλά: αυτό που αναπνέει στις τρελές φιέστες και στις πλάκες με τους φίλους, εκείνο που τρέφεται από τα ήσυχα απογεύματα με εκ βαθέων εξομολογήσεις, το άλλο που μεγαλώνει σε μέρες αγαπησμισουσπάθους και εκείνο που ενηλικιώνεται μέσα στη μοναξιά.

Βέβαια τον τελευταίο καιρό με έχει καταλάβει το κομμάτι εκείνο που ψάχνει μανιωδώς στις εκπτώσεις για παπούτσια και τελικά πληρώνει όσο όσο για το «τέλειο» ζευγάρι· φωνάξτε τον εξορκιστή γρήγορα, γιατί αυτό το δαιμόνιο με αναγκάζει να δουλεύω περισσότερες ώρες σε πράγματα που δε μου αρέσουν προκειμένου να βγάζω αρκετά για ν' αγοράζω πράγματα που μ’ αρέσουν… Τελικά το πράγμα κάνει κύκλο και ναι! Οι δουλειές μου είμαι εγώ!

Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μπορώ να βγάζω κάποια χρήματα από τη δουλειά που επέλεξα (εξάλλου σε αυτήν αναφερόταν ο εν λόγω «αναμάρτητος»). Όμως τι γίνεται με όλους αυτούς που πρέπει να κάνουν δουλειές που δεν τους εκφράζουν; Είναι όλοι αυτοί η δουλειά τους, μια δουλειά που κάνουν για να βγάλουν τα προς το ζην και μόνο;

Τότε γιατί τόση μιζέρια το πρωινό της Δευτέρας; Ή βρίσκονται σε άρνηση αυτού που είναι… ή είναι κάτι άλλο, διαφορετικό από τη δουλειά τους.

Ευτυχώς μέσα στο τρένο, με μαγικό τρόπο η μιζέρια εξαφανίζεται: Την ώρα που κάνω τις τελευταίες ετοιμασίες για τη δουλειά μου, άμπρα κατάμπρα εκσφενδονίζομαι από τον καταλανικό χειμώνα κάπου στη δυτική Αφρική: Ένας μουσικός από τη Γκάμπια που κάθεται λίγο πιο πέρα στο τρένο έχει βγάλει ένα παράξενο όργανο και παίζει χαρούμενη μουσική από την πατρίδα του. Ο ήλιος μπαίνει στο βαγόνι και τα χρώματα της Αφρικής ζωντανεύουν τα μουντά προάστια της Βαρκελώνης που τρέχουν έξω από το παράθυρό μου. Φτάνω στη δουλειά χαμογελώντας…

Υ.Γ.: Και μιας και έκλεισα με μουσική, ας θυμηθούμε το αλησμόνητο, διαχρονικό και πάνσοφο τραγούδι των Στρούμφ:

Δευτέρα κάτι έχω

Την Τρίτη δεν αντέχω

Τετάρτη πως βαριέμαι

Την Πέμπτη δεν κρατιέμαι

Παρασκευή πρωί

Λαλαλαλαλαλαλα

Απ’ όλες τις ημέρες η Κυριακή μ’ αρέσει!




Στη φωτογραφία street art και πάλι!