Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Κάμερα... Φώτα... Πάμε!

ENGLISH

Τις τελευταίες μέρες αποφάσισα να ασχοληθώ με τη βιομηχανία του κινηματογράφου, λέμε τώρα. Ή μάλλον η βιομηχανία του κινηματογράφου αποφάσισε να ασχοληθεί μαζί μου.

Πρώτη εισβολή: ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Ξεκινήσαμε με τους φίλους στη σχολή να γυρίσουμε ένα βίντεο για έναν καλλιτέχνη, ομαδική εργασία, και ξέρετε πώς είναι αυτά, επειδή τους ειδικούς τους ψάχνεις και δε τους βρίσκεις, αποφάσισα να αναλάβω το κομμάτι του μοντάζ, της μουσικής επένδυσης, των ποπκόρν στο σινεμά κτλ κτλ. Το φταίξιμο δικό μου, έχω την κακιά συνήθεια όταν βλέπω ο κόσμος να μην ξέρει τι να κάνει, να λέω «άστο σε μένα, μπορώ» και ας μην ξέρω την τύφλα μου… Έτσι μαθαίνεις, κολυμπώντας στα βαθιά. Μόνο που κόντεψε να με πνίξει η δουλειά… Πέρασα μέρες ολόκληρες με το καταραμένο το μοντάζ να ψάχνω το δευτερόλεπτο που πρέπει να αλλάξει πλάνο, το ρυθμό που θα επενδύσει το βίντεο… Εμείς βέβαια θέλαμε να βάλουμε κάτι απαλό και ανάλαφρο, οπότε το πρώτο μοντάζ το έκανα με τους ήχους των Prodigy. Το πηγαίνω στην καθηγήτρια, που μετά από το πρώτο σετ νταμπα-ντουμπα-νταμπα-ντουμπα-νταμπα-ντουμπα χάνει το χρώμα της και μας ζητάει ευγενικά μεν, επίμονα δε, να το αλλάξουμε με κάτι λίιιιγο πιο μελωδικό (δεν καταλαβαίνω, δεν έχουν μελωδία οι Prodigy;) τύπου Michael Nyman. Ποιος είναι αυτός; Σκεφτείτε το soundtrack από τα «Μαθήματα πιάνου» και θα καταλάβετε το χάσμα των απόψεων… Τελικά συμβιβαστήκαμε να αλλάξουμε τη μουσική και να βάλουμε κάτι από soundtrack μεν, Matrix δε, και να το μιξάρουμε με την πιο πρωτοποριακή πλευρά του Nyman, ξέρετε, από την εποχή εκείνη που έπαιζε μπάσο στους Linkin Park. Τι; Δεν έπαιξε ποτέ μαζί τους; Ε, καλά, μη το πείτε στην καθηγήτριά μου, τώρα το τελείωσα το μιξ με Linkin Park και θα είναι κρίμα να το ξαναπιάσω από την αρχή. Όλως παραδόξως το αποτέλεσμα ήταν αρκετά ικανοποιητικό, μάλιστα εμφανίζομαι και εγώ σε δυο-τρια πλάνα, να περνάω ανέμελα μπροστά από το έργο του καλλιτέχνη…

Όμως, αυτή δεν ήταν η μόνη μου προβολή (και προσβολή) στην έβδομη τέχνη, αλίμονο! «Χρειάζομαι ηθοποιό για ένα γύρισμα», μου λέει η φίλη μου η Μαλού που σπουδάζει κινηματογράφο και με παρακαλάει να πάω. Εγώ σκέφτομαι, δε βαριέσαι, τι έχω να χάσω και πηγαίνω. Για χαβαλέ κυρίως. Το προηγούμενο βράδυ πίναμε μπύρες με τη σκηνοθέτιδα και με ρωτάει αν έμαθα το ρόλο μου… «Τον ποιόν;». Εννοείται πως δεν είχα διαβάσει τίποτα. Φτάνω στις 5 στο σπίτι και πάω να διαβάσω. Αδύνατον, νύσταζα, ξεραίνομαι στον ύπνο και πάω την άλλη μέρα στα γυρίσματα αδιάβαστη. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Είμαι μια φτωχιά κουτσή και ταλαιπωρημένη, που κουβαλάει ένα μπαούλο και πιάνει ψιλή κουβέντα και χοντρό καυγά με έναν περαστικό. Καταφθάνω στο σετ, δηλαδή σε ένα δρομάκι του Gotico -το πιο έρημο που μπορέσαμε να βρούμε κυριακάτικα- ντυμένη σύμφωνα με το ρόλο μου: μπότες, μακιγιάζ, φούστα, όπως έπαιζε τη φτωχιά η Βουγιουκλάκη δηλαδή. Και γιατί να είμαι πειστική; Εξάλλου το όσκαρ το έχω πάρει από το 2005 κιόλας (βλ. post Νοεμβρίου για Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) Άσχετη από ηθοποιία, ήταν και στα ισπανικά, τραγωδία. Και τότε ξυπνάει η ντίβα μέσα μου: «Αποκλείεται!», δηλώνω «Θέλω να παίξω στη γλώσσα μου!» και η σκηνοθέτιδα απελπισμένη συμφωνεί να μου κάνει το χατίρι να το πούμε στα ελληνικά… Πράγμα που υποχρέωνε τον συμπρωταγωνιστή μου να μιλήσει στα καλά καθούμενα μια γλώσσα που αγνοούσε εντελώς, πλην του «καλημέρα, σ’ αγαπώ». Όμως, άμα είσαι πρακτικός άνθρωπος κάτι τέτοιες δυσκολίες ξεπερνιούνται εύκολα: κολλήσαμε το χαρτί με τα λόγια πάνω στη φάτσα μου, ώστε να διαβάζει τις ατάκες αλλά να φαίνεται σαν να με κοιτάει στα μάτια – το κόλπο έπιασε, αλλά αναγκάσαμε την σκηνοθέτιδα να με παίρνει από την πλάτη όποτε μιλούσε αυτός, για να μη φαίνεται η μετάλλαξή μου σε τεφτέρι. Όχι ότι εγώ τα έλεγα απέξω… ακόμα και διαβάζοντας στη γλώσσα μου, τα σαρδάμ μου ήταν άπειρα (το ξενύχτι που λέγαμε), ο κόσμος περνούσε και έκανε χαβαλέ, ανυποψίαστοι τουρίστες έμπαιναν στο πλάνο με ένα χάρτη στο χέρι να ψάχνουν το δρόμο, πανηγύρι. Λίγες μέρες μετά είχα τα αποτελέσματα: η ντροπή όλη δική μου! Ήρθε η σκηνοθέτιδα σπίτι μου να την βοηθήσω να βάλουμε υπότιτλους. Ο ρόλος γελοίος και το παίξιμό μου ακόμα χειρότερο! Στο μοντάζ είχαν κοπεί τα μισά λόγια, με αποτέλεσμα σουρεαλιστικό: «Θέλετε να σας βοηθήσω;» «Είμαι μια γυναίκα φτωχή και ανάπηρη, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μπορώ να ανέχομαι τις προσβολές σας!» . Τώρα ένα μόνο φοβάμαι… μη βγει το αποτέλεσμα στο youtube!

Στη φωτογραφία σκηνή από την εν λόγω ταινία!

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

I don’t know why you say goodbye, I say hello

ENGLISH

Χθες αποχαιρέτησα τη LuV... Η κατανάλωση σοκολάτας στο σπίτι έπεσε κατακόρυφα· ο Chico Buarque σταμάτησε να μας τραγουδάει τις μποσανόβες του· η απουσία της από συζητήσεις, κραιπάλες, γέλια έγινε άμεσα αισθητή. Αν και θα λείψει για λίγους μήνες, της ετοιμάσαμε μια μεγαλόπρεπη τελετή αποχαιρετισμού που κράτησε μέρες: ξεκίνησε φυσικά με φιέστα, συνεχίστηκε με βόλτες στην πόλη, τραπεζώματα, και κατέληξε μετά από μια μεγαλειώδη πομπή υπό τους ήχους της σάμπα στο αεροδρόμιο· εκεί σταθήκαμε με ευλάβεια όλη η παρέα να μυρίσουμε tiger balm (είναι ένα σουρεαλιστικό αστείο που κρατάει μήνες) και αφού πασαλειφτήκαμε με αυτό, με γέλια και φιλιά φύγαμε.

Αποχαιρετισμός-γιορτή! Επιλέξαμε να γιορτάσουμε τις τελευταίες στιγμές μαζί παρά να στεναχωρηθούμε για τους μήνες που θα περάσουμε χώρια. Γενικά προτιμώ να αποχαιρετώ με χαμόγελο. Βέβαια κάθε αποχαιρετισμός ενέχει μια δόση θλίψης – μικρή ή μεγάλη, ανάλογα με το ποιόν αποχωρίζεσαι και για πόσο καιρό.

Και κάποιες φορές η θλίψη είναι δυσβάσταχτη, όταν λες «γεια» όμως ξέρεις μέσα σου ότι είναι «αντίο για πάντα». Η στιγμή που το λες αυτό το «αντίο» είναι δραματική και το κενό της απουσίας χάσκει για πολύ καιρό. Χωρίς να ξεχνάς και χωρίς να σταματάς να πονάς κάθε φορά που θυμάσαι, απλά με τον καιρό αφήνεις άλλους ανθρώπους να μπουν στη ζωή σου και να την αλλάξουν.

Και έρχονται χωρίς να το συνειδητοποιήσεις: κάποτε σκάνε σαν βόμβα μπροστά σου, άλλοτε βρίσκουν άνοιγμα και τρυπώνουν αθόρυβα, για να σε γεμίσουν σιγά σιγά με αυτό που είναι. Άλλες φορές εξαφανίζονται απότομα και υπάρχουν φορές που ξέρεις από την αρχή ότι αργά ή γρήγορα θα φύγουν…

Πάνε λίγοι μήνες που τα πίναμε σε ένα μπαρ στη Joaquin Costa με μια φίλη που μένει πολλά χρόνια στη Βαρκελώνη. «Βαρέθηκα να αποχαιρετώ κόσμο», μου είπε. Εγώ σχετικά νεοφερμένη στην πόλη, δεν είχα πάρει χαμπάρι κάτι που αυτή είχε ήδη ζήσει πολύ έντονα· οι άνθρωποι στη Βαρκελώνη έρχονται για λίγο καιρό, ζουν, δημιουργούν, δένονται και μετά φεύγουν, είτε για τη χώρα τους είτε για άλλους προορισμούς – άμα κάνεις το βήμα και φύγεις από τον τόπο σου μια φορά μετά είναι πιο εύκολο να το ξανακάνεις.

Αυτό που είναι μια από τις ομορφιές της πόλης, η διαρκής κίνηση των ανθρώπων, η μετάγγιση νέου αίματος στις φλέβες της, μπορεί να γίνει βάρος, όταν μένεις πίσω και τους βλέπεις να φεύγουν.

Ήδη στον ένα χρόνο που είμαι εδώ τα πηγαινέλα ήταν τόσα· και κοιτάζοντας μπροστά στους μήνες που θα έρθουν βλέπω να έρχονται και άλλα…

Ας είναι· οι αποχαιρετισμοί αυτοί ακόμα δε με βάρυναν· προτιμώ να αφήνομαι να δένομαι και μετά να λέω «αντίο» και προτιμώ να πιστεύω ότι το «αντίο» δεν είναι για πάντα και ότι η επόμενη συνάντηση δε θ’ αργήσει. Ανάμεσα στη θλίψη του αποχαιρετισμού και την χαρά της επόμενης συνάντησης, έρχεται μια γλυκιά νοσταλγία για τις στιγμές που έζησες με τον άλλο, την οποία η LuV χωράει σε μια λέξη: saudade!

Υ.Γ.: Ο τίτλος είναι από τους Beatles.

Στη φωτογραφία το αξέχαστο tiger balm. Σύνδρομο στέρησης θα μας πιάσει τώρα που δε θα έχουμε, το πήρε μαζί της η άκαρδη!

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Δευτέρα κάτι έχω...


ENGLISH

Τι μέρα και αυτή! Αρχή της εβδομάδας, δουλειά και πάλι! Μισώ τη δουλειά μου τη Δευτέρα. Την Τετάρτη όχι και τόσο, την Πέμπτη καθόλου. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω. Ωχ τι πετριά ήταν αυτή; Ποιος στο καλό… Α, ναι, αυτός εκεί στο βάθος που απολαμβάνει τη δουλειά… Τι λέει; «Η δουλειά σου είσαι εσύ». Ωχ, μ’ έστειλε, τι το ήθελα το chat πρωινιάτικα…

Το σκέφτομαι για λίγα δευτερόλεπτα και του δίνω τα δίκια, πριν φύγω τρέχοντας για το σταθμό του τρένου. Εκεί, με το κεφάλι μου ακόμα να πονάει από την κοτρώνα (εντάξει, ήταν τα κρασιά που είχα κατεβάσει το βράδυ της Κυριακής), παρατηρώ τις φάτσες. Η ημέρα των ζωντανών νεκρών: όλοι με το βλέμμα χαμένο, κακόκεφοι, σιωπηλοί, ακίνητοι μέχρι να φτάσει το τρένο και να μπουν με μηχανικές κινήσεις σαν κουρδισμένα παιχνίδια. Ανατριχιάζεις να τους βλέπεις και μόνο, μπρρρ… Η δουλειά τους είναι αυτοί;

Και εγώ που κάνω τόσα διαφορετικά πράγματα, τι απ’ όλα είμαι τελικά: η δουλειά που κάνω για να βγάζω τα μισά προς το ζην ή η άλλη που αγαπώ, που κρατάει στη σκέψη μου σε εγρήγορση και μου τρώει σχεδόν όλο το χρόνο (χωρίς όμως να αποφέρει όσα χρειάζομαι…); Ή μήπως όλα αυτά τα σχέδια που προσπαθώ να υλοποιήσω και να κάνω πραγματικότητα ώστε να εκτονώσω τη δημιουργική μου πλευρά (τα οποία προς το παρόν μου παίρνουν χωρίς να μου δίνουν); Σχιζοφρένεια σκέτη…

Σίγουρα οι δουλειές που επιλέγω από πάθος και όχι από ανάγκη αντιπροσωπεύουν σε μεγάλο βαθμό τα όνειρα και τις φιλοδοξίες μου, τις προσδοκίες και τα σχέδιά μου, τη ζωή που θέλω να δημιουργήσω και να ζήσω. Όλα αυτά είναι εγώ, ένα κομμάτι μου όμως, και υπάρχουν τόσα πολλά: αυτό που αναπνέει στις τρελές φιέστες και στις πλάκες με τους φίλους, εκείνο που τρέφεται από τα ήσυχα απογεύματα με εκ βαθέων εξομολογήσεις, το άλλο που μεγαλώνει σε μέρες αγαπησμισουσπάθους και εκείνο που ενηλικιώνεται μέσα στη μοναξιά.

Βέβαια τον τελευταίο καιρό με έχει καταλάβει το κομμάτι εκείνο που ψάχνει μανιωδώς στις εκπτώσεις για παπούτσια και τελικά πληρώνει όσο όσο για το «τέλειο» ζευγάρι· φωνάξτε τον εξορκιστή γρήγορα, γιατί αυτό το δαιμόνιο με αναγκάζει να δουλεύω περισσότερες ώρες σε πράγματα που δε μου αρέσουν προκειμένου να βγάζω αρκετά για ν' αγοράζω πράγματα που μ’ αρέσουν… Τελικά το πράγμα κάνει κύκλο και ναι! Οι δουλειές μου είμαι εγώ!

Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μπορώ να βγάζω κάποια χρήματα από τη δουλειά που επέλεξα (εξάλλου σε αυτήν αναφερόταν ο εν λόγω «αναμάρτητος»). Όμως τι γίνεται με όλους αυτούς που πρέπει να κάνουν δουλειές που δεν τους εκφράζουν; Είναι όλοι αυτοί η δουλειά τους, μια δουλειά που κάνουν για να βγάλουν τα προς το ζην και μόνο;

Τότε γιατί τόση μιζέρια το πρωινό της Δευτέρας; Ή βρίσκονται σε άρνηση αυτού που είναι… ή είναι κάτι άλλο, διαφορετικό από τη δουλειά τους.

Ευτυχώς μέσα στο τρένο, με μαγικό τρόπο η μιζέρια εξαφανίζεται: Την ώρα που κάνω τις τελευταίες ετοιμασίες για τη δουλειά μου, άμπρα κατάμπρα εκσφενδονίζομαι από τον καταλανικό χειμώνα κάπου στη δυτική Αφρική: Ένας μουσικός από τη Γκάμπια που κάθεται λίγο πιο πέρα στο τρένο έχει βγάλει ένα παράξενο όργανο και παίζει χαρούμενη μουσική από την πατρίδα του. Ο ήλιος μπαίνει στο βαγόνι και τα χρώματα της Αφρικής ζωντανεύουν τα μουντά προάστια της Βαρκελώνης που τρέχουν έξω από το παράθυρό μου. Φτάνω στη δουλειά χαμογελώντας…

Υ.Γ.: Και μιας και έκλεισα με μουσική, ας θυμηθούμε το αλησμόνητο, διαχρονικό και πάνσοφο τραγούδι των Στρούμφ:

Δευτέρα κάτι έχω

Την Τρίτη δεν αντέχω

Τετάρτη πως βαριέμαι

Την Πέμπτη δεν κρατιέμαι

Παρασκευή πρωί

Λαλαλαλαλαλαλα

Απ’ όλες τις ημέρες η Κυριακή μ’ αρέσει!




Στη φωτογραφία street art και πάλι!

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

La Rumba de Barcelona

ENGLISH

Θα διασχίσεις

Ένα πρωινό τον κόσμο

Και θα είναι πιο όμορφα και από ένα όνειρο

Γιατί μια καινούρια αγάπη θα χύνεται σαν μέλι

Και από ένα σημείο της γης αυτός ο ήλιος θ’ ανατέλλει

Τα λόγια αυτά ακούγονταν σαν υπόσχεση μέσα στο κεφάλι μου, τη στιγμή που έβλεπα την ανατολή μέσα από το αεροπλάνο, περίπου πριν από ένα χρόνο. Προσγείωση. Σε μια πόλη τυλιγμένη στην ασάφεια του αγνώστου και το κρύο του χειμώνα. Σε ένα άγνωστο σπίτι, όπου λίγο αργότερα οι στίχοι αυτοί ακούστηκαν ξανά… «Βρε μπας και έχω παραισθήσεις;» - τελικά όχι, ο συγκάτοικος είχε βάλει να ακούσει το «Κλεμμένο ποδήλατο» των Στέρεο Νόβα, χωρίς να ξέρει ότι όλη τη μέρα έπαιζε μέσα στο μυαλό μου…

Είχα ξανάρθει εδώ άλλες δύο φορές· όμως η πόλη των διακοπών δεν έμοιαζε με την πόλη όπου ζούσα τώρα. Ως επισκέπτης τραβάς φωτογραφίες τα κτίρια του Gaudi και νομίζεις ότι αυτή είναι η πόλη, ένα καρτ-ποστάλ. Ως κάτοικος όμως νιώθεις ότι η ομορφιά της δεν είναι αυτή… Αλλά ποια είναι; Οι δρόμοι του Γκότικο ένας λαβύρινθος, η ομοιομορφία της Εισάμπλε αφόρητη, η μυρωδιά της πόλης –μπάφος και κάτουρο: “leau de Barcelone” που λέει ειρωνικά ο κολλητός- αποπνικτική, το πλήθος των ανθρώπων που περπατάνε ή παραπατάνε μεθυσμένοι ανυπόφορο.

Καθώς όμως το πλέγμα του Γκότικο και του Ραβάλ άρχισε να παίρνει σχήμα στο μυαλό μου, καθώς η ομοιομορφία της αστικής ζώνης άρχισε να σπάει και τα ονόματα των δρόμων να γίνονται γνώριμα, η πόλη έγινε εγώ και εγώ η πόλη. Με άλλαζε με τις εικόνες και τις εμπειρίες που εισέβαλλαν στη ζωή μου, την άλλαζα φθείροντας με τα παπούτσια μου τους χιλιοπατημένους δρόμους της· ενώνοντας την ανάσα μου με τον αέρα της· προσθέτοντας τη φωνή μου στο θόρυβό της· ενσωματώνοντας τη δράση μου στην κίνησή της.

Και ο ήλιος όντως ανέτειλε· ζεσταίνοντας την πόλη, φωτίζοντας τις γκρίζες γωνίες της, που περίμεναν από εμένα να τις ζωγραφίσω, σαν ολόλευκος καμβάς. Τα χρώματα: οι εμπειρίες μου. Σε αυτή τη γωνία χάθηκα / σε αυτή τη γειτονιά περπάτησα / σε αυτό το δρόμο απελπίστηκα / εδώ έκλαψα / εκεί μέθυσα / παρακεί φίλησα / λίγο πιο πέρα αγάπησα… την πόλη και τους ανθρώπους.

Ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης με τους οποίους μας ένωσαν δυο πράγματα: η απόφασή μας να έρθουμε σε αυτό τον τόπο και μια λάμψη στα μάτια, που έδειχνε ότι θα «κολλήσουμε».

Μια πόλη είναι όλοι οι άνθρωποι που την περπάτησαν και την περπατάνε, που ανέπνευσαν, ονειρεύτηκαν και σκόνταψαν στους δρόμους της. Και η Βαρκελώνη από αυτή την άποψη είναι απέραντη, αφού τη διαβαίνουν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, δίνοντάς της ύλη, εικόνα και ψυχή από τόπους μακρινούς. Σου προσφέρεται ως σκηνικό και ως ψυχή της δράσης. Κάθε γωνία μπορεί να σου επιφυλάσσει μια ξεχωριστή εικόνα, μια όμορφη στιγμή. Η ομορφιά της είναι η ζωή στους δρόμους, το γέλιο, η μουσική. Περιπλανήσου στους δρόμους της και αφουγκράσου· θα φτάσουν στα αυτιά σου οι ήχοι ενός θρήνου φλαμένκο, τύμπανων, εξωτικών οργάνων, ανθρώπων που μιλούν ακατάπαυστα· είναι ο ρυθμός της πόλης, που σε λίγο συντονίζεται με την καρδιά σου.

Υ.Γ.: Ο τίτλος La Rumba de Barcelona είναι φυσικά από τον Manu Chao· δεν μπορώ να φανταστώ τραγούδι που να ταιριάζει καλύτερα σε αυτή την πόλη!

Και στη φωτογραφία, ένα στιγμιότυπο από τους δρόμους της Βαρκελώνης...

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2007

Πώς να τη βγάλετε καθαρή από απόπειρα ανθρωποκτονίας χρησιμοποιώντας τη μητρική σας γλώσσα

ENGLISH

Δευτέρα πρωί και φεύγω τρέχοντας για τη δουλειά· θ’ αργήσω, παίρνω το ποδήλατο να φτάσω πιο γρήγορα – κακή ιδέα, τελευταία όλο σε μπελάδες με βάζει. Λίγα μέτρα πριν τον προορισμό μου, να σου ένας γέρος στη μέση της Gran Via, που τη δεδομένη ώρα ήταν τίγκα στην κίνηση. Σταματάω τελευταία στιγμή πριν τον πατήσω. Κακώς, γιατί αυτός αντί να ευχαριστήσει την καλή του τύχη και τα καλά μου αντανακλαστικά, τα παίρνει, με αρπάζει από τον ώμο και δε μ’ αφήνει με τίποτα. Και τώρα, πώς ξεμπλέκω από αυτόν

α. Όσο γίνεται πιο γρήγορα για να μη χάσω το τρένο

β. Χωρίς να του χώσω κανένα φούσκο, γιατί σέβομαι την ηλικία του, μη χέσω

γ. Χωρίς να μας πατήσουν τα αυτοκίνητα, που, καθώς είχε ανάψει το πράσινο, περνούσαν ξυστά από δίπλα μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Κάτι το άγχος, κάτι η σύγχυση, κάτι τα νεύρα μου, ξεσπάω στη γλώσσα μου. Αρνούμαι να μιλήσω λέξη ισπανικά, ούτως ή άλλως ο τύπος δε μου φαινόταν να παίρνει από λόγια, και αρχίζω τα ελληνικά, για να βαρεθεί να μιλάει μόνος του και να μ’ αφήσει. Τίποτα! Ντε και καλά ήθελε να με χώσει στην ψειρού επειδή έτρεχα γρήγορα! Ευτυχώς σταματάει ένας μοτοσικλετιστής, με γλιτώνει από τα νύχια του γέρου και τον μπινελικώνει και από πάνω λέγοντάς του «Μα καλά, είσαι παλαβός; Άφησέ την, είναι ξένη, δε σε καταλαβαίνει!». Χεχεχε, αυτό που περίμενα ν’ ακούσω. Α-κρι-βώς!

Τη στιγμή που την κάνω, γυρίζω προς το γέρο και σε μια ύστατη προσπάθεια να μοιραστώ μαζί του κάτι από τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας του φωνάζω: «Μαλλλάκα, ε μαλλλάκα» (Με Θεσσαλλλονικιώτικη προφορά, εξ ου και τα τρία «λλλ»).

Φτάνω στο σταθμό ακριβώς τη στιγμή που φεύγει το τρένο, ευτυχώς το πρόλαβα. Προσπαθώντας να χαλλλαρώσω (να ’τη η προφορά και πάλι), σκέφτομαι τι βολικό που είναι ενίοτε να μιλάς μια γλώσσα που κανείς (σχεδόν) δεν καταλαβαίνει. Τα ελληνικά είναι για μένα το τέλειο όπλο για να γλιτώνω από τους ενοχλητικούς.

Σου την πέφτει κανένας μεθυσμένος στο μπαρ; Σου ζητάει κανένα πρεζόνι ψιλά; Σου τα πρήζουν γενικώς; Μιλάς ελληνικά, βλέπουν ότι δε βγαίνει συνεννόηση και εντός ολίγων δευτερολέπτων σε αφήνουν στην ησυχία σου – αποστολή εξετελέσθη!

Ξέρω, θα μου πείτε ότι υπάρχουν χιλιάδες ελληνικές λέξεις στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά. Όμως καμία από αυτές δεν είναι από τις ωραίες λέξεις που χρησιμοποιούμε σε καταστάσεις τσατίλας. Δηλαδή δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ όταν έχω νεύρα δύσκολα χρησιμοποιώ τις λέξεις «ιστορία», «ψυχολογία», «φωτογραφία», «χάος», «φιλοσοφία», ή «αιμορροΐδες» .

Εξάλλου, αν τα έχεις πάρει για τα καλά, ακόμα και να το θέλεις, άντε να σου βγει το μπινελίκι σε μεταγλώττιση.

Δηλαδή σε οποιαδήποτε στιγμή… πάθους, οι ξένες γλώσσες πάνε περίπατο. Ναι, μιλάω για το σεξ, πάλι! Άντε να μεταφράσεις στον όμορφο και πρόθυμο να σε ικανοποιήσει αλλοδαπό, που απορεί τι μουρμουρίζεις, το «τι μου κάνεις παιχταρά μου». Πες το με τη γλώσσα του σώματος, θα καταλάβει σίγουρα! ;)

Βέβαια, αμέσως μετά την εν λόγω πράξη (το σεξ ντε), τα ελληνικά και πάλι αποδεικνύονται πολύ βολικά, αν θέλεις να καυχηθείς για τα κατορθώματά σου στους επίσης Έλληνες φίλους σου, χωρίς να σε νοιάζει για το αν θα σε ακούσει κανείς τριγύρω, γιατί νομίζεις ότι κανείς δε σε καταλαβαίνει. Νομίζεις…

Κάπως έτσι μια ηλιόλουστη μέρα σε ένα εστιατόριο στη Βαρκελώνη, μου αφηγούνταν ένας φίλος μου την πιο πρόσφατη σεξουαλική του εμπειρία, με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια· πάνω που είχαμε φτάσει στο φλέγον θέμα της κορύφωσης, κάποιος από το διπλανό τραπέζι του απευθύνει το λόγο στα ελληνικά: «Εσύ εδώ; Τι κάνεις;». Όχι μόνο είχαμε μια Ελληνίδα δίπλα, αλλά την γνώριζε κιόλας προσωπικά!

Εννοείται πως ο φίλος μου ήθελε πρώτα να με σκοτώσει που πιάνω τέτοια θέματα μεσημεριάτικα (μα κάνουν καλό στη χώνεψη!) και δεύτερον να πεθάνει από τη ντροπή του. Δεν ξέρω πώς τη γλίτωσα, αλλά αυτή τη φορά σίγουρα δε θα τη βγάλω καθαρή αν διαβάσει το blog μου – αν αυτό το post είναι το τελευταίο, θα πει ότι πραγματοποίησε την απειλή του και με ξέκανε, οπότε αντίο καλοί μου φίλοι!

Γι’ αυτό λοιπόν, μάθετε ξένες γλώσσες που δεν μιλάει «σχεδόν» κανείς γύρω σας, ελληνικά, βασκικά, σουαχίλι, ό,τι και να επιλέξετε, θα σας βγάλει από δύσκολες καταστάσεις με τρελούς ή ενοχλητικούς… προσοχή όμως σε αυτό το «σχεδόν»!

Υ.Γ. Αυτό το post το γράφω μέσα στο τρένο, στα ελληνικά. Η διπλανή μου κοιτάζει το γραπτό μου απορημένη, «Μα τι αλφάβητο είναι αυτό;». Ελληνικό :D

Ναι, εγώ είμαι αυτή στη φωτογραφία! Αλλά μη φοβάστε, κρατάω νεροπίστολο!


Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

Φεστιβαλίζεστε; Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης… Για πάντα!

ENGLISH

Πονάωωωω

Υποφέρωωωω

Σβήνωωωωωωω

Ωχ τι συμφορά! Τι τα ήθελα τα Λονδίνα και τις Βαρκελώνες! Έφαγα τα ποδαράκια μου να περπατάω μέσα στο κρύο στους δρόμους του Soho και του Camden. Και τώρα πάλι πίσω να βολτάρω στο Raval και το Gotico, τη στιγμή που το μυαλό μου ταξιδεύει αλλού:

Στη Θεσσαλονίκη.

Ανάβουν τα φώτα κατά μήκος της παραλίας· το πλακόστρωτο του λιμανιού γεμίζει κόσμο· οι αίθουσές του που μένουν όλο το χρόνο κλειστές ανοίγουν και ο Βαρδάρης που αυτό τον καιρό αρχίζει να δείχνει τα δόντια του, σε κάνει να θέλεις να μπεις σ’ αυτές όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Γιατί αρχίζει το Διεθνές_Φεστιβάλ_Κινηματογράφου_Θεσσαλονίκης!

Χωρίς εμένα – θα χρειαστώ εντατική θεραπεία για να το ξεπεράσω αυτό! Για πρώτη φορά εδώ και δέκα χρόνια δεν είμαι εκεί. Για δέκα χρόνια, αυτές τις δέκα μέρες ζούσα για το φεστιβάλ. Τη στιγμή που έμπαινα στο λιμάνι με κατέκλυζε μια τρελή χαρά, ένιωθα ευτυχισμένη.

Γιατί για μένα είναι ο παράδεισος επί γης: ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ της ηπείρου, που έχει ό,τι μπορείς να σκεφτείς. Αν ψάχνεις…

Τέχνη: Με πάνω από διακόσιες ταινίες απ’ όλο τον κόσμο, τα καλύτερα αφιερώματα σε σκηνοθέτες και ηθοποιούς, αλλά και εκθέσεις, τι άλλο θέλεις; Στο φεστιβάλ έχω δει τις καλύτερες ταινίες από κάθε γωνία του πλανήτη, έχω ανακαλύψει καινούριους σκηνοθέτες, τους οποίους ξανασυναντάω αργότερα σαν παλιούς φίλους και παρακολουθώ την πορεία τους. Στις ταινίες μπορείς να βρεις τη συγκίνηση που σου προσφέρει η τέχνη (το έργο του Νίκου Γραμματικού είναι το απόλυτο παράδειγμα για μένα) ή να πλουτίσεις τη

Γνώση σου για κάθε θέμα· με λίγη προσοχή σε αυτά που βλέπεις μπορείς να μάθεις ιστορία, πολιτικές επιστήμες ή και ξένες γλώσσες· μια χρονιά είχα παρακολουθήσει τόσο στενά το αφιέρωμα στο ιαπωνικό θρίλερ που είχα αρχίσει να λέω τις πρώτες μου λέξεις στη γλώσσα: «πρόσεχε!», «βοήθεια!», «θα πεθάνεις!»· άλλη χρονιά μάθαινα τα πρώτα μου κινέζικα μέσα από το χρώμα, το ρυθμό και τη μελαγχολία του Wong Kar Wai. Με τόση ποικιλία πάντα βρίσκεις αυτό που σε ενδιαφέρει και σου αρέσει. Και περνάς καλά. Εγγύηση. Ακόμα και αν δεν ήρθες για την κουλτούρα και απλά θέλεις να γευτείς λίγο…

Γκλάμουρ: Κυκλοφορούν πολλές διασημότητες στα δρομάκια του λιμανιού, σκηνοθέτες, ηθοποιοί… Κάποιοι το παίζουν ντίβες, άλλοι είναι απλοί, σαν καθημερινοί άνθρωποι των οποίων τα πρόσωπα σου φαίνονται γνώριμα. Έτσι μια μέρα βλέπω ένα μπάρμπα που κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει… «Καλέ είναι σαν τη γιαγιά μου με μούσι!», αναφωνώ. «Ποια γιαγιά σου ρε; Είναι ο Francis Ford Coppola!». Τρομερή ομοιότης! Έχει ενδιαφέρον να τους ακούς όλους αυτούς να μιλάνε για τη δουλειά τους στο τέλος κάθε προβολής, αλλά αν είσαι τύπος της δράσης, δε χρειάζεται να κάθεσαι παθητικός θεατής, κάνε…

Αθλητισμό: Βέβαια εδώ τα αγωνίσματα έχουν μια πρωτοτυπία· αγώνας δρόμου για να βρεις εισιτήριο, διαγωνισμός αντοχής στην ορθοστασία (στις ουρές για τις ταινίες και πολλές φορές και μέσα στις αίθουσες, καθώς είναι ασφυκτικά γεμάτες και ο κόσμος όχι μόνο είναι πρόθυμος να δει τις ταινίες χωρίς θέση, αλλά και αισθάνεται προνομιούχος απέναντι σε αυτούς που δεν κατάφεραν καν να μπουν μέσα) μαραθώνιος ταινιών από το πρωί ως το βράδυ, ενίοτε και όλη νύχτα. Οι έντονα ανταγωνιστικοί σινεφίλ ρωτάνε τους διπλανούς τους πόσες ταινίες καταφέρνουν να δουν κάθε μέρα και προσπαθούν να τους ξεπεράσουν· ενίοτε σπάνε κάθε παγκόσμιο ρεκόρ μένοντας σε μια αίθουσα να δούνε όλο το Berlin Alexanderplatz του Fassbinder μονορούφι (15 ώρες, μόνο!). Και κοίτα να δεις αδικία, αυτοί είναι οι πρωταθλητές αλλά οι καλλιτέχνες τελικά παίρνουν όλα τα…

Βραβεία: Καλά, τα βραβεία του φεστιβάλ δεν έχουν την αίγλη των Όσκαρ. Τα οποία πάντα σνόμπαρα, αλλά όταν πριν από δύο χρόνια βρεθήκαμε με να στήνουμε την έκθεση του Storaro, στην οποία είχε κουβαλήσει και τα τρία του Όσκαρ, δεν μπορέσαμε να αντισταθούμε στον πειρασμό, πήραμε τα αγαλματάκια και αρχίσαμε να κάνουμε απονομή μεταξύ μας, να ευχαριστούμε τον ατζέντη μας, τον πλαστικό μας χειρούργο, το σκύλο μας κτλ. Τη στιγμή που καμάρωνα για το Βραβείο της Ακαδημίας που πήρα για το «Αποκάλυψη Τώρα!» μπαίνει ο κάτοχός του και μένω και εγώ άγαλμα, σαν το θείο Όσκαρ. Ωραίος τύπος ο Storaro, γέλασε και άρχισε να τραβάει φωτογραφίες! Κάτι τέτοια χαζά έκανα όσες φορές βρήκα στο Φεστιβάλ…

Δουλειά: Η καλύτερη που έχω κάνει: οχτώ ώρες μέσα στο χώρο του φεστιβάλ, με τους φίλους να πηγαινοέρχονται (για να τους βάλεις να δουν καμιά ταινία τζάμπα), το αλκοόλ να ρέει άφθονο χάρη στους χορηγούς, και φυσικά ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τις προβολές (συν πολύυυ καλά λεφτά). Αυτό δεν είναι δουλειά, είναι

Πάρτι: Κάθε βράδυ σχεδόν γίνεται και από ένα, με αλκοόλ (βλέπε προηγούμενη παράγραφο), μουσική, αλλά σχεδόν καθόλου χορό, γιατί είναι πάντα τόσο τίγκα στον κόσμο, που άντε να βρεις χώρο να κουνηθείς. Βέβαια η στενότητα χώρου έχει άλλα πλεονεκτήματα για όσους έχουν στο μυαλό τους το

Σεξ: Εντάξει, όχι ότι γίνονται και όργια (εκτός και αν τα οργανώσετε με δική σας πρωτοβουλία, οπότε στείλτε και κατά ’δω καμιά πρόσκληση), αλλά φανταστείτε να στήνεστε στην ουρά (στο μπουλούκι δηλαδή, γιατί οι Έλληνες ως γνωστόν δεν τηρούν την τάξη) στριμωξίδι για να δείτε κάποια προβολή. Γιατί οι θεατές του φεστιβάλ είναι χιλιάδες και οι θέσεις περιορισμένες, πρέπει να στριμωχτείς για να βρεις εισιτήριο ή να μπεις. Ε, όσο να πείτε, θα τριφτείτε λιγάκι με τους γύρω, να τα προκαταρκτικά. Το κυρίως μενού στην οθόνη: οι ταινίες του φεστιβάλ δεν είναι σαν αυτές τις φλώρικες του Hollywood, όπου οι πρωταγωνιστές φιλιούνται απόξω απόξω και υπό τους ήχους κάποιου κλαψιάρικου τραγουδιού χωρίς χούφτωμα, χωρίς ιδρώτα, έρχονται σε οργασμό με τηλεπάθεια. Εδώ μιλάμε για avant garde , όταν το κάνουν οπωσδήποτε τα δείχνουν όλα και με λεπτομέρεια για να μην τους πούνε πουριτανούς και οπισθοδρομικούς. Και αν το τρίψιμο ή η ηδονοβλεψία δεν σας αρκούν, κυκλοφορούν πολύ ωραία παιδιά στο φεστιβάλ· εδώ το “do not try this at home” δεν ισχύει, βρείτε κάποιον/ κάποιαν και πάρτε δουλειά για το…

Σπίτι: Ξεχάστε το για δέκα μέρες. Εγώ την παραμονή του φεστιβάλ αποχαιρετούσα τους γονείς κανονικά, σαν να έφευγα για ταξίδι· επέστρεφα μόνο για να πλυθώ ή να αλλάξω (ε, δεν είμαστε και βρομύλοι) και κοιμόμουν από ελάχιστα ως καθόλου· που χρόνος ανάμεσα σε δουλειά, ταινίες, πάρτι. Όμως δε θα σας λείψει, καθώς για δέκα μέρες σπίτι σας θα γίνει το Φεστιβάλ και κάθε γωνιά του κόσμου που θα αγαπήσετε μέσα από τις ταινίες που θα δείτε… Γιατί ο καλός κινηματογράφος δεν είναι απλό σκότωμα χρόνου, είναι

Ζωή: Είναι μια εμπειρία που πλουτίζει τη σκέψη και την ψυχή σου. Και όταν τον βλέπεις μέσα στο καλύτερο φεστιβάλ, σε τέτοια συχνότητα και ένταση γίνεται αληθινό βίωμα.

Καλό φεστιβάλ, παίδες!

Υ.Γ.: Με κόπο κρατήθηκα να μη βάλω τις φωτογραφίες μου με το Όσκαρ. Είμαι σεμνή βλέπετε :Ρ

Δύο φωτογραφίες αυτή τη φορά: Δεξιά μια δική μου από το περσινό φεστιβάλ. Αριστερά η φετινή αφίσα: Άψογη! Το 48 γυρίζει και γίνεται κάμερα. ..

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Smells like teen spirit


ENGLISH

Θεσσαλονίκη… στο Μύλο… χρόνια πριν… σε μια συναυλία μόνο για μυημένους αρχίζουν οι πρώτες νότες του Teen Age Riot και το πλήθος παραληρεί. Οι Sonic Youth στη σκηνή· αφήνω τη μουσική να με γεμίσει.

Αυτές οι νότες ξεχύνονται από τον υπολογιστή μου, σε μικρότερη ένταση, τη στιγμή που κοιτάζω την οθόνη που περιμένει από εμένα δουλειά αλλά λαμβάνει τυχαίες σκέψεις.

Το ξέρω ήδη ότι πάλι δε θα δουλέψω. Μόλις ξυπνήσω, παρέα με τον πρώτο φραπέ (αντί να αλλάξω συνήθειες εδώ που ήρθα, προσηλυτίζω και τους άλλους στο ευαγγέλιο της φραπεδιάς) λίγο mail, λίγο chat, λίγο blogging, λίγη κουβέντα στο τηλέφωνο και θα τα παρατήσω για να πάω γυμναστήριο, να βγω για καφέ, για μπύρα, για ντόλτσε βίτα. Αν δεν οργανωθώ πάλι με βλέπω να ρίχνω κάτι 48ωρα χωρίς ύπνο στον υπολογιστή, να τρέχω και να μη φτάνω τελευταία στιγμή. Φταίει το κλίμα, η πόλη (όλο αργίες έχουν οι άτιμοι) ή μήπως εγώ;

Έ ρε ψυχανάλυση που χρειάζομαι! Ελλείψει χρόνου και χρημάτων, παίρνω την πρωτοβουλία να την κάνω μόνη μου. Αλλάζω διαδοχικά θέσεις στην πολυθρόνα και τον καναπέ. «Μιλήστε μου για τα παιδικά σας χρόνια…» ρωτάει η καθισμένη βερσιόν μου. Που λέτε γιατρέ μου…

Ως παιδί ήμουν Καπετάν Φασαρίας. Έμπλεκα σε καβγάδες με τους συμμαθητές, που τις έτρωγαν κανονικά από εμένα· τα αγοράκια αργούν να αναπτυχθούν και τους έριχνα ένα κεφάλι στάνταρ και καμιά δεκαριά καρπαζιές όποτε θεωρούσα ότι τις άξιζαν. Αντιμιλούσα στους δασκάλους, οι αυθεντίες μου την έσπαγαν από τότε που ήμουν νιάνιαρο κιόλας. Όταν έλεγαν «μη» εγώ έκανα αυτό ακριβώς που δεν έπρεπε (δεν είχαν βλέπετε την ευφυΐα να μου πουν να κάνω φασαρία για να κάτσω ήσυχη). Χτυπούσα την καρέκλα μου πάνω στο θρανίο για να κάνω θόρυβο. Φώναζα στην ώρα του μαθήματος. Η μαμά μου ήταν καθημερινώς επίτιμη προσκεκλημένη στο σχολείο, για να πληροφορηθεί τα νέα μου κατορθώματα. Και εγώ μονίμως στον πίνακα τιμωρία να αναλύω γραμματικές ασκήσεις. Σε καλό μου βγήκε – έμαθα απ’ έξω και ανακατωτά την ελληνική γραμματική, την οποία χρόνια αργότερα δίδασκα επί αδρής αμοιβής.

Οι γονείς μου έτρεμαν τη στιγμή που θα έφτανα στην εφηβεία, γιατί αν ως παιδί προκαλούσα τόσα προβλήματα…

Κόντρα στις δυσοίωνες προβλέψεις, κάποια στιγμή, εκεί στα δώδεκα, ησύχασα απότομα. Ο μπαμπάς το έλεγε και το ξαναέλεγε χωρίς να το πιστεύει «Καλέ πώς ησύχασε έτσι αυτό το παιδί;». Η εφηβεία πέρασε ήρεμα, χωρίς εντάσεις. Διάβαζα λογοτεχνία, ποίηση, προσπαθούσα να μάθω τον κόσμο μέσα από τα βιβλία και τη μουσική. Ζωγράφιζα ατελείωτες ώρες. Έπαιζα στην κιθάρα Τρύπες, Blur και Nirvana – με το αριστερό, όπως ο Cobain! Έψαχνα μανιωδώς δίσκους ροκ και πανκ σε υπόγεια δισκάδικα της πόλης. Εφηβεία για μένα είναι μια ηλιόλουστη αλκυονίδα να μιλάω στο παγκάκι με την Ε., ένα βράδυ του Σαββάτου να πίνω μπύρα με την Ό. στο Café Bagdad (ενώ οι άλλες της παρέας έψαχναν για γκόμενους), μια καθημερινή να βλέπουμε ταινίες με τη Δ., μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού να παίζουμε τάβλι με τη Χ. με το θόρυβο της θάλασσας να συνοδεύει τον ήχο των ζαριών.

Φασαρία δεν έκανα ποτέ σχεδόν – τουλάχιστον όχι εγώ, αλλά αυτοί οι Sonic Youth όταν τους άκουγα με τέρμα την ένταση στο… να τολμήσω να χρησιμοποιήσω τις λέξεις πικάπ και κασετόφωνο ή θα φανώ πολύ γριά; Οι νεότεροι ψάξτε τις στη Βικιπαίδεια για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται!

Σαν να μην πέρασα ποτέ εφηβεία… ενηλικιώθηκα. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Κάπου στα 27 με έπιασε μια κρίση να κάνω πάρτυ όλη την ώρα, να βγαίνω, να φλερτάρω, να κάνω τρέλες… Θεώρησα ότι ήταν φάση απλώς, όχι κάτι σοβαρό.

Μέχρι που μια μέρα γεμίζω με σπυριά. Πηγαίνω στη δερματολόγο πανικόβλητη. «Έχεις αρχίσει να βγάζεις ακμή», μου λέει. «Μα σε αυτή την ηλικία;». «Καμιά φορά αργεί να εμφανιστεί».

Ο κανονικότατος έως τότε κύκλος μου, αρχίζει να έχει διακυμάνσεις. Πηγαίνω στο γυναικολόγο, «Έχεις μια μικρή ορμονική διαταραχή… δεν είναι τίποτα, θα περάσει μόνο του σύντομα…».

Ακμή, ορμονική διαταραχή… η ετυμηγορία βγήκε: περνάω εφηβεία!

Ευτυχώς ο γυναικολόγος ήταν ερασιτέχνης δερματολόγος (!)· μου έδωσε μια θαυματουργό κρέμα κατά της ακμής που φτιάχνει με τα χεράκια του και λύθηκε το θέμα. Ας ελπίσουμε τώρα ότι δε θα ξυπνήσω κανένα πρωί με σιδεράκια στα δόντια μου!

Η εφηβεία είναι σαν τις παιδικές αρρώστιες, αν τις περάσεις ενήλικας είναι πιο επικίνδυνο (τώρα που το σκέφτομαι ούτε καμιά παιδική αρρώστια έχω περάσει). Από τη στιγμή της διάγνωσης, είπα απλά να τη ζήσω τη φάση, γιατί φοβάμαι ότι αν την αφήσω για αργότερα θα είναι χειρότερα, φαντάζεστε να με χτυπήσει στα 70;

Έφυγα από το σπίτι, άρχισα να ξενυχτάω, να ερωτεύομαι και να ξε-ερωτεύομαι με μεγάλη συχνότητα, να ψάχνω τη νέα μου ταυτότητα, χωρίς να ξεχνάω να αλλάζω διάθεση κάθε τρεις και λίγο, από τη μελαγχολία να εκσφενδονίζομαι στην τρελή χαρά και τούμπαλιν. Από συναυλίες πανκ ροκ να στήνομαι στην ουρά για techno dj set και να χτυπιέμαι και στα δύο εξίσου – άλλο πάλι και τούτο, τεκνατζού στα καλά καθούμενα (ως προς τη μουσική δηλαδή, γιατί οι μικροί πάντα ήταν η αδυναμία μου!). Άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά να χτυπήσω κανένα tatoo. Μέχρι που έφτασε η άνοιξη, και ξεβρακώθηκαν όλοι και είδα ότι δεν υπήρχε ούτε ένας από 15 έως 45 σε αυτή την πόλη χωρίς τατουάζ… Α, έτσι δεν έχει πλάκα, ως έφηβη θέλω να ξεχωρίζω! Άκυρο…

Η εφηβεία μου κυλούσε μια χαρά, δεδομένου μάλιστα ότι είχα προϋπηρεσία, έτσι ήξερα να αποφεύγω τις κακοτοπιές και να βρίσκω διέξοδο από τα ψυχολογικά ή συναισθηματικά προβλήματά μου αλώβητη.

Κάτι όμως μου έλειπε… η επανάσταση!

Σε αυτή την ηλικία απέναντι σε ποιόν να αντιδράσω; Στους γονείς μου; Μα δε μένω μαζί τους πια, αφήστε που δε μου πάνε κόντρα ποτέ. Στην καθηγήτριά μου; Μα εγώ την επέλεξα για επιβλέπουσα! Στο κράτος; Μα με πληρώνει για να κάνω αυτό που μου αρέσει, να σουλατσάρω στη Βαρκελώνη, συγγνώμη, να κάνω επιστημονική έρευνα εννοούσα! Στα αφεντικά μου; Έκανα ό,τι μπορούσα: την κοπάνησα από τη δουλειά, δοκίμασα να παραιτηθώ και μου έκαναν αύξηση, τι σπάσιμο! Τι μου μένει πια;

Α, ο εαυτός μου! Να κάνω την επανάστασή μου στον εαυτό μου… Ε, αυτό προσπαθώ να κάνω (δείτε το προηγούμενο ποστ περί ορίων) προσπαθώντας να αλλάξω αυτά που δε μου αρέσουν και να κάνω και καμιά τρέλα μη μου μείνει στοκ για τα 70.

Εφηβεία είναι, θα περάσει…

Σήμερα έκανα piercing :D

Υ.Γ.: Χμμμμ…. Το σημερινό ποστ είχε τόόόση νοσταλγία...

Μια και εκθείασα τις... καλλιτεχνικές μου ανησυχίες, βάζω μια ζωγραφιά μου στη σημερινή φώτο.